Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Β’

     Ο εκπηδήσας εκ του θάμνου άνθρωπος πρέπει να ήτο τρομερός την θέαν, διότι η νέα αφήκε κραυγήν. Τω όντι δε ήτο Τούρκος ο άνθρωπος ούτος. Τούρκος με σαρίκιον, σαρίκιον με διπλάς και τριπλάς στροφάς, λευκόν και χρυσοκέντητον, σαρίκιον υπερμέγεθες καλύπτον όχι μόνον την κεφαλήν, αλλά και τον τράχηλον και τους ώμους. Ω, πόσον τρόμον ησθάνοντο αι νέαι χωρικαί, αι ζώσαι εις τας κώμας όπου δεν υπήρχον Τούρκοι, εις την θέαν ενός τούτων! Και πόσον τρόμον πάλιν ησθάνοντο αι ζώσαι εις όσας κώμας υπήρχον και Τούρκοι, αν συνήντων ένα τούτων εξ απροόπτου, εις μέρος όπου δεν το επερίμενον! Αλλ’ όμως ο Τούρκος, περί ου ενταύθα ο λόγος, δεν είχεν άγριον και βλοσυρόν το βλέμμα, τουναντίον εμειδία. Έφερε την χείρα εις το στόμα, διά να τη επιβάλη σιγήν και τη ένευσε να μη φοβήται. Αλλ’ η κόρη εξέπεμψε δευτέραν κραυγήν και αυτομάτως εκινήθη να φύγη. Αλλά τότε ο Τούρκος, διά στιβαρού βραχίονος την ήρπασεν εκ του ώμου. Η νέα έστη ασπαίρουσα.
    -Ω, άφησέ με, αγά μου, ηδυνήθη να είπη και ήτο έτοιμη να γονυπετήση ενώπιον του Τούρκου.
    -Μη φοβήσαι, τη είπεν ελληνιστί.
    Συγχρόνως δ’ ένευσε προς το μέρος του θάμνου και δεύτερος Τούρκος εξήλθεν εκείθεν, πενιχρώς ενδεδυμένος και κρατών τον χαλινόν πλουσίως εστολισμένου ίππου. Ο αγάς έλαβε τότε τρέμουσαν την κόρην, διά να την αναβιβάση εις την σέλαν. Η νέα απεπειράθη ν’ αντιστή αλλά δεν είχε τόσην δύναμιν, ώστε να υπερισχύση κατά δύο ανδρών.
    Ο αγάς ανέβη όπισθέν της και έλαβεν από των χειρών του θεράποντος τας ηνίας. Η κόρη έκραξε τελευταίαν φοράν εις βοήθειαν, αλλ’ ο αγάς την εφίμωσε διά της χειρός. Ο ίππος έλαβε διεύθυνσιν αντίθετον εκείνης, προς ην έμελλε να πορευθή η πτωχή κόρη. Ο αγάς επτέρνισε σφοδρώς την πλευράν του υποζυγίου. Ο ίππος εκάλπασε δρομαίως φέρων το διπλούν φορτίον και ο θεράπων τρέχων όπισθεν παρηκολούθει όσον ηδύνατο τον καλπασμόν.