Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Α’

     Αστείαν, αληθώς, ιδέαν συνέλαβε πρωίαν τινά Κυριακής ο Τούρκος κ α τ ή ς εν Άρτη, όστις αφού ηθώωσε πανδήμως και σκανδαλωδώς δύο ομοεθνείς του, απαγαγόντας άκουσαν Ελληνίδα κόρην εκ των παρακειμένων χωρίων, απήλθεν ως καλός μουσουλμάνος να πάρει αμπτέστι, προς αγνισμόν και απολύμανσιν.
    Ο άξιος Τούρκος δικαστής, προς ταις άλλαις αρεταίς υφ’ ων εκοσμείτο, ήτο δεξιώτατος εις το ν’ ανακαλύπτη, προς πρόχειρον δικαιολογίαν των αποφάσεών του, πάμπολλα εδάφια του ιερού νόμου αγνοούμενα συνήθως υπό των αμαθεστέρων συναδέλφων του, και δεινός εις το να εκτείνη και να συστέλλη εκάστοτε, ως έμπειρος σκυτοτόμος, το γράμμα και το πνεύμα των ιερών ρητών. Ηδύνατο, εν ελλείψει άλλου προτύπου, να χρησιμεύση ως υπογραμμός των νομολόγων και των δικορράφων παντός χρόνου και τόπου. Είναι αληθές ότι, ως είχον τότε τα πράγματα, το ζήτημα ήτο πολύ απλούστερον ή όσον σήμερον δύναται να είναι, διότι ο αυτός ήτο συνήγορος άμα και διαιτητής.
    Κατά την περίστασιν εκείνην, το εδάφιον της ιεράς βίβλου, όπερ ανεκάλυψεν η εύκολος οξυδέρκεια του δικαστού τούτου, είχεν ως εξής, κατά την ακριβή εκ του αραβικού μετάφρασιν: Α ί ν ο ς τ ω Θ ε ώ. Ε ά ν  ν έ α  γ υ ν ή  ά π ι σ τ ο ς 
α λ λ ά ξ η  κ ύ ρ ι ον  κ α ι  α π ό  τ ω ν  χ ε ι ρ ώ ν  α π ί σ τ ο υ  μ ε τα β ή  ε ι ς    α λ η θ ή  π ι σ τ όν, ο δ ε ύ τ ε ρ ο ς  κ ύ ρ ι ο ς  ε ί ν α ι  ε ν δ ι κ ώ τ ε ρ ο ς. (Όρα Κοράνιον, εν κεφαλαίω η Κ ά μ η λ ο ς επιγραφομένω).
    Το εδάφιον δεν ήτο σαφές, ουδ’ εφηρμόζετο αβιάστως εις την προκειμένην περίπτωσιν. Αλλ’ ο άξιος λειτουργός τής Θέμιδος δεν εδυσκολεύθη να εύρη και άλλο και να το συγκολλήση με το πρώτον ούτως, ώστε να πείθη πάντα αληθή μουσουλμάνον περί του ασφαλούς της κρίσεως. Ε ά ν  α λ η θ ή ς  π ι σ τ ό ς  έ χ η δ ο ύ λ η ν  ά π ι σ τ ο ν, κ α ι  δ ε ν  τ η ν  έ π ε ι σ ε  να  ε π ι σ τ ρ έ ψ η  ε ι ς  τ η ν α λ η θ ή  π ί σ τ ι ν, δ ε ν δ ύ ν α τ α ι ν α  τ ην  μ ε τα α π ω λ ή σ ε ι  ε ι ς  
ά π ι σ τ ο ν, α λ λ’ ε ι ς  π ι σ τ ό ν. (Όρα κεφάλαιον η Β ο υ ς ιερού νόμου).
    Σημειωτέον, ότι αμφότερα τα αποσπάσματα ταύτα και τα κεφάλαια εις α ανήκουσι, δεν είναι εκ των γνησιωτέρων. Οι σοφοί σχολιασταί του Κορανίου ουδέποτε συνεφώνησαν περί του αριθμού των κεφαλαίων ουδέ περί της γνησιότητος του περιεχομένου. Αλλ’ ομολογητέον ότι ουδείς λειτουργός της δικαιοσύνης οφείλει να ερμηνεύη άλλως τα κείμενα των νόμων ή όπως προχείρως αντιλαμβάνεται την έννοιαν αυτών, και το δικαστήριον της Άρτης δεν ήτο βεβαίως ακαδημία νομοδιδασκάλων.
    Αλλ’ όμως, παρά την τόσην εμπειρίαν και ευθυκρισίαν του, ο ειρημένος Τούρκος δικαστής έκαμνε τον λογαριασμόν άνευ ξενοδόχου. Η αρπαγείσα Ελληνίς κόρη ήτο αναδεκτή του Χρήστου Μηλιόνη, του περιβοήτου της Ακαρνανίας αρματολού, όστις ατυχώς ήτο αμαθής και δεν ήξευρε να ερμηνεύει τα ρητά του Κορανίου. Δεν ενόει δε και ως αστείον το πράγμα, όπως ημείς το περιεγράψαμεν εν αρχή, διότι φύσει δεν ηγάπα ν’ αστεΐζηται.
    Η νεάνις ήτο μνηστή του Νίκου Ντάσκα, ειρηνικού αγρότου, κατοικούντος εις παρακείμενον χωρίον. Ήτο φιλόπονος και από πρωίας μέχρις εσπέρας ησχολείτο εις τα έργα του οίκου, επιμελουμένη και τριών νεοτέρων αδελφών, ων ο μεγαλείτερος ήγε το δωδέκατον έτος. Αύτη δε ήτο δεκαοκταέτις. Η μήτηρ αυτής είχε γνώμην να μη την υπανδρεύση ακόμη, και ήλπιζεν, ότι και μετά τον αρραβώνα ο γάμος έμελλε να βραδύνη αρκούντως, ώστε να προλάβη η νεοτέρα αδελφή να ηλικιωθή, προς ανακούφισιν και χαράν της μητρός. Μίαν βοηθόν είχε, μόνην την Βάσων της, και όχι άλλην. Διατί να βιασθή ο σύζυγός της να την δώση; Αλλ’ εκείνος άλλως εφρόνει, και διά λόγους, ων μόνον το έν εκατοστόν ηδύνατο να εξηγηθή, επεθύμει να υπανδρεύωνται ως τάχιστα αι νέαι. Όσον γρηγορώτερα τόσον καλύτερα. Τι το θέλεις το βάρος αυτό εις την οικίαν; Δεν είναι καλλίτερον να το ξεφορτωθής; Όποιος ευρίσκει πρόθυμον αναδέκτην του φορτίου και δεν το μεταβιβάζει ευθύς, άκραν εμπιστοσύνην έχει εις τους ιδίους ώμους, αν δεν είναι ανόητος. Ταύτα εφρόνει ο Κώστας Μαντάς, ο πατήρ της Βασίλως, την οποίαν ετόλμησε πονηρόν γραΐδιον ν’ αποτολμήση μίαν ημέραν, όπως ρίψη αυτήν εις τας χείρας Τούρκου, όστις ήθελε να την έχη εις το χαρέμι του.
    Εν τούτοις η Βασίλω δεν ήθελε πιστεύσει  τους λόγους της, διότι η γραία Κυπαρισσού είχεν ανέκαθεν κακήν φήμην εις το χωρίον. Αλλά ψευδείς τινες διηγήσεις τόσον καλώς συνιστώνται και τόσον ευχερώς συμπίπτουσιν, ώστε σατανικόν έργον φαίνεται η συναρμογή αυτών. Ποίος της είπε της γραίας Κυπαρισσούς, ότι η μήτηρ της κόρης είχε λησμονήσει το δείνα ύφασμα εις την οικίαν, και δεν το έλαβε μεθ’ εαυτής την πρωίαν, απερχομένη εις τον ποταμόν; Ποίος το ήξευρεν, αφού κανείς δεν την έστειλε; Διότι είναι αληθές ότι η μήτηρ Μελάχρω είχε μεταβή από πρωίας εις τον ποταμόν μετ’ άλλων γυναικών, διά να λευκάνη. Ωσαύτως είναι αληθές, ότι το μικρότερον κοράσιον και ο υστερότοκος υιός μετέβησαν εις το σχολείον της μικρόν απεχούσης Άρτης, διότι είχεν ήδη η Άρτα σχολείον κατ’ εκείνον τον χρόνον. Ο δε πατήρ, όστις ήθελε τους ανθρώπους φιλοπόνους, ως υποκειμένους εις την πρώτην εκείνην και παλαίφατον των πρωτοπλάστων αράν, είχε παραλάβει μεθ’ εαυτού εις τους αγρούς τον δευτερότοκον υιόν, ώστε η νεάνις ευρίσκετο μόνη οίκοι. Ενώ λοιπόν εκάθητο επιρράπτουσα παλαιά φορέματα παρά την εστίαν, και είχε κλειδωμένην έσωθεν την θύραν διά της διπλής στροφής, διότι συνήθεια ήτο να κλείνονται αι κόραι όταν ήσαν μόναι, ακούει την θύραν κρουομένην. Η νεάνις εξεπλάγη. Αι γειτόνισσαι όλαι σχεδόν έλειπον, ήσαν εις τα έργα των. Ποίος να είναι;
    -Άνοιξε, είπε μεμψίμοιρός τις φωνή, ήτις εφαίνετο εκπεμπομένη εκ βαθέος μυχού και ως να διήρχετο δι’ αόπλων και νωδών ούλων.
     -Ποίος είσαι; επανέλαβε το δεύτερον η κόρη δυσπιστούσα.
     -Εγώ, η θεια-Κυπαρισσού.
     -Η θεια-Κυπαρισσού, είπεν η νεάνις διστάζουσα. Τι θέλεις;
     -Μ’ έστειλεν η μάννα σου…
    Η νεάνις εγερθείσα απήλθε και ήνοιξε την θύραν και εισήλθεν η Κυπαρισσού. Το γραΐδιον ήτο εβδομηκονταετές περίπου, ρικνή, κεκυφυία και απαίσιος. Το μειδίαμά της, δι’ ου εζήτει να θωπεύση την κόρην, ενεποίει φρικίασιν.
    -Σ’ έστειλεν η μάννα μου; ηρώτησεν η νέα. Και πού την ηύρες;
    -Εις τον ποταμόν.
    -Και τι σε είπε;
    -Μου είπε να της πας το πανί.
    -Το πανί; Ποίο πανί;
    -Το δίμιτο. Το ξέχασε να το πάρει μαζί της το πρωί.
    Η κόρη στρέψασα το βλέμμα προς την γωνίαν, παρ’ ην ίστατο κεκοσμημένος ο σωρείτης των στρωμάτων και σινδόνων, είδε των όντι ότι υπήρχεν εκεί το δίμιτον ύφασμα, το οποίον η μήτηρ της πρέπει να ελησμόνησε βεβαίως, διενοήθη. Αφού μετέβη εις τον ποταμόν διά να ενεργήση γενικήν γνάφευσιν, δεν έμελλε να παραλίπη ποτέ την νεοΰφαντον ταύτην οθόνην.
    Και δεν είχεν ακούσει μεν παρά της μητρός της ρητώς ότι είχε σκοπόν να λάβη μεθ’ εαυτής και το δίμιτον, αλλά συλλογιζομένη εύρισκεν ότι ούτως έπρεπε να έχη το πράγμα, αφού το ειρημένον ύφασμα ευρίσκετο εις την πρόχειρον εκείνην θέσιν. Εν τούτοις είχεν η κόρη ενδοιασμούς.
    -Σ’ έστειλεν η μάννα μου διά να το πάρης… να της το φέρης;
    -Εμένα; Όχι, είπεν η γραία. Εσύ να της το πας.
    -Εγώ!
    Και η νέα ήρχισε να σκέπτεται. Μιας ώρας οδοιπορία! Και από πολλού η μήτηρ της την είχε συνηθίσει να μη εξέρχεται σχεδόν εκ της οικίας. Ήτο δυνατόν να δώση τώρα τοιαύτην παραγγελίαν; Κόρη νεαρά, δειλή, μεμνηστευμένη, να πορευθή μόνη εις το μέρος του ποταμού όπου λευκαίνουσι; Τότε λοιπόν διατί να θέλωσι να την υπανδρεύσωσιν; Αυτή ευτυχής θα ήτο, αν έζη ακόμη τον κατ’ αγρούς βίον, όστις ήτο τόσον φαιδρός και άφροντις, και συνέτεινε τόσον πολύ εις το να καθιστά εύρωστον το σώμα και ροδίνας τας παρειάς. Αλλ’ αφού την εμνήστευσαν, διατί απαιτούσι παρ’ αυτής τοιαύτην ανήκουστον εκδρομήν; Πώς να το μάθη ο μνηστήρ της;
    -Άκουσε να σου πω, γιαγιά, είπεν η νέα. Θέλεις να το πάρης μόνη σου το πανί αυτό να το φέρης; Θα σε πληρώσει ο αφέντης (πατήρ) μου.
    -Εγώ; Γριά γυναίκα, εμορμύρισεν η Κυπαρισσού, ημπορώ εγώ να τρέχω;
    -Δεν ηξεύρεις κανένα παιδί, να μου κάμης την χάρη, να του πης να το πάρη;
    -Δεν βλέπω παιδιά εις το χωριό, είπεν η γραία· τα μικρά είναι στην Άρτα, στο σχολειό, και τα άλλα τα μεγαλείτερα είναι εις τα χωράφια.
    -Ω, Χριστέ μου, βάσανα. Και τώρα τι να κάμω;
    -Μου είπε να της το πας γρήγορα, επέμεινεν αδυσωπήτως η γραία.
    Και στρέψασα τα νώτα απήλθε, καταλιπούσα εν αμηχανία την ατυχή κόρην. Αφού εσκέφθη επί μακρόν και έλαβε πολλάς αντιφατικάς προς αλλήλας αποφάσεις, ενόμισεν ότι το καλύτερον ήτο να υπακούση εις την μητέρα. Διότι δεν αμφέβαλλεν, ότι η μήτηρ της τω όντι είχε πέμψει την παραγγελίαν ταύτην. Άλλως ήτο αδύνατον να ηξεύρη η γραία αύτη, ότι υπήρχεν ύφασμα δίμιτον προς λεύκανσιν, και ότι η μήτηρ της το είχε παραλίπει εκ λήθης. Ενόμιζεν, ότι ήτο αδύνατον, αλλ’ εις τα γραΐδια ουδέν αδύνατον υπάρχει, και τούτο ηγνόει η αμαθής και άπειρος κόρη. Τω όντι εύκολον ήτο να μάθη η γραία ότι είχεν υφάνει αρτίως η Μελάχρω ύφασμα τοιούτον ή τοιούτον, εύκολον ήτο να συναντήση τυχαίως ή επίτηδες την σύζυγον του Μαντά φέρουσαν την αποσκευήν της την πρωίαν και να παρατηρήση την εκ της αποσκευής ταύτης έλλειψιν ενός υφάσματος. Διότι η μεν κατασκευή οθόνης ή εσθήτος ή σινδόνος συνεζητείτο πάντοτε, ως εικός, μεταξύ των γυναικών εις τας κώμας, όπου ο γυναικείος βίος ευήλιος πάντοτε διέρχεται επί των ανδήρων, εις τα προαύλια και παρά τας κρήνας, και δεν φθείρεται μονοτόνως εις πολυορόφους και βαθυσκίους οικοδομάς , και όπισθεν φυσικών ή ηθικών δρυφάκτων ή κοινωνικών προχωμάτων. Τέλος η νέα έλαβε την οθόνην και εξελθούσα εκλείδωσε την θύραν. Έλαβε την ανώμαλον και ελικοειδή εκείνην οδόν, ην ελαφρά ως στρουθίον διήρχετο άλλοτε ανυπόδητος, μη φοβουμένη να πατή επί λεπτών ακάνθων και χαλίκων, διότι οι πόδες της, αφότου εξ ανάγκης εφόρεσαν περικνημίδας, δεν είχον λεπτυνθή αρκούντως, ώστε να καταστώσιν ευπαθείς και δυσκίνητοι.
    Είχε διαβή ήδη την κρημνώδη ατραπόν, την άγουσαν από του υψηλού χωρίου εις την πεδιάδα και κατήλθεν εις το ρεύμα. Ο ήλιος εμεσουράνει ήδη, και η νέα ασθμαίνουσα έστη όπως ανασηκώση μικρόν το κράσπεδον της εσθήτος της και περιδέση αυτό δι’ ιμάντος περί την οσφύν, καθιστώσα ελευθερότερον το βήμα. Εφάνη δε ο μακρός και ποδήρης χιτών, κατάλευκος, καλύπτων τας ευμελείς κνήμας, και το μεσοφόριον κατερχόμενον μέχρι μέσων των κνημών. Ψυχή ανθρώπου ουδαμού εφαίνετο, και διά τούτο είχε νομίσει η νέα ότι ηδύνατο ουχί άνευ κοσμιότητος να καταστήσει την ενδυμασίαν της ευζωνοτέραν. Αίφνης ελαφρός θόρυβος ηκούσθη όπισθεν των φύλλων, και ο θάμνος εκινήθη. Η νέα πτοηθείσα εστράφη δι’ ορμητικού κινήματος. Μόλις επρόλαβε να αφήση να πέση πάλιν εις τους πόδας το κράσπεδον του φορέματός της.