Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Γ’

     Φρικώδης βεβαίως πρέπει να ήτο η αγανάκτησις του Κώστα, τρομερά πρέπει να ήτο η απελπισία της συζύγου του, ότε επανελθόντες την εσπέραν εύρον έρημον τον οίκον. Αλλά και η λύπη του Νίκου, του μνηστήρος, υπήρξεν απερίγραπτος.
     Ο Χαλήλ αγάς , ο άρπαξ, δεν ήτο εκ των ασήμων του τόπου. Ήτο ισχυρός, πλούσιος, και είχε το χαρέμιον πλήρες. Αλλ’ επεθύμει να πλουτίση το ανθοκομείον μ’ ένα κάλυκα. Τυχαίως χωρικοί τινες είδον μακρόθεν τον ίππον φεύγοντα, εγείροντα την κόνιν εις νέφη και ήκουσαν την τελευταίαν κραυγήν της απαχθείσης κόρης. Ούτοι διηγήθησαν το πράγμα εις τους γονείς.
    Τή επαύριον ο πατήρ, έχων εις τους οφθαλμούς δάκρυα λύσσης και μανίας, απεπειράθη να πνίξη τους λυγμούς της απογνώσεως, να χαλινώση τας ορμάς του πάθους και να παρουσιασθή με ειρηνικούς λόγους εις τον κατήν της Άρτης. Όσον ασυνάρτητος και αν ήτο η άξεστος ευγλωττία του, όφειλεν όμως να φανή περιπαθής.
    -Αγά μου, κατή εφένδη μου, είναι μεγάλο άδικο αυτό που μου έκαμε ο Χαλήλ αγάς. Αυτό και ο Θεός δεν το θέλει και οι άνθρωποι το μισούν. Μήπως η πίστις σας λέγει άλλα από την ιδικήν μας; Θεός φυλάξοι! Όλοι οι άνθρωποι το ίδιον είναι και όλοι αισθάνονται το άδικον. Τι κακόν του έκαμα εγώ του Χαλήλ αγά διά να μου κάμη τέτοιαν ύβριν, τέτοιαν ατιμίαν, στο σπίτι μου; Αν ήτον εις την θέσιν μου ο Χαλήλ αγάς, ήθελε να του πάρω εγώ την κόρην του;…
    -Σιωπή, τω είπεν ο κατής. Μη βγαίνεις έξω από την υπόθεσιν.
    -Βγαίνω έξω από την υπόθεσιν;
    -Τα πολλά λόγια τι τα θέλεις; Όλοι εσείς οι Ρωμιοί αγαπάτε τα πολλά λόγια.
    -Γιατί εμένα μου πονεί, κατή μου.
    -Το ξεύρω, αλλά τα περιττά τι χρησιμεύουν; Πρέπει να κριθήτε.
    -Να κριθούμε;
    -Ναι οι δύο με τον Χαλήλ. Θα στείλω αύριον να τον φέρουν.
    -Και έως αύριον το κορίτσι μου θα είναι στα χέρια του;
    -Βέβαια.
    -Και διατί όχι σήμερον;
    -Είναι μακριά το χωριό του. Ποιος θα πάγη τώρα;
    -Πηγαίνω εγώ.
    -Άμα υπάγης εσύ, δεν θα σε δεχθή, είναι το ίδιον ως να τον καλής εις πόλεμον.
    Ο Κώστας εσκέφθη τω όντι και εύρεν ότι αν ήτο να μεταβή ο ίδιος προς τον Χαλήλ, έπρεπε να έχει μεθ’ εαυτού δύναμιν εκατόν ανδρείων, διά να καύση την οικίαν του Τούρκου.
    -Αχ! είπε καθ’ εαυτόν, κλέφτης εις τα βουνά καλλίτερον, το έλεγα εγώ!… Α, κλέφτης, κλέφτης!…
    Τίς δεν ευρέθη εις την ανάγκην να το είπη χιλιάκις εις την ζωήν του;
    Φρικώδης ήτο η δευτέρα εκείνη νυξ, νυξ πυρετού και αγωνίας, νυξ παραλήρου και πνιγηρών οραμάτων, νυξ οδύνης και απογνώσεως. Και ήδη ήτο ίσως αργά. Αλλ’ ο Νίκος, ο Νίκος!…
    Και όμως ο κατής δεν ετήρησεν αυστηρώς τον λόγον του. Φαίνεται δεν ήτο σπουδαία η προταθείσα αιτία. Ο κατής έστειλε κρυφίως άνθρωπον προς τον Χαλήλ. Ίσως τον έστειλε χάριν προδικαστικού τινος ζητήματος.
    Τη επαύριον ο Χαλήλ, γαλήνιος και πλήρης γαυριάματος, προσήλθε προς τον κατήν και εδικαιολόγησε την πράξιν του. Όταν ήρπασε την Βάσω, δεν ήξευρεν ότι ήτο αρραβωνιασμένη. Τώρα το μανθάνει. Δυστυχώς είναι αργά τώρα. Και αυτή τα έχασε τόσον πολύ, ώστε δεν του είπε λέξιν περί του μνηστήρος της. Αν το εμάνθανε εγκαίρως ότι η κόρη είχε μνηστήρα, ήτο τίμιος μουσουλμάνος ο Χαλήλ και δεν θα κατεδέχετο ν’ αρπάση την μνηστήν άλλου. Αλλ’ εις τούτο πταίουσιν αι προλήψεις των χριστιανών. Ο Χαλήλ είχε ζητήσει εις γάμον την Βάσω, αλλ’ οι γονείς της τον απέκρουσαν. Τι πειράζει τούτο, αν μουσουλμάνος νυμφευθή χριστιανήν; Πού ηκούσθη ποτέ ότι είς πιστός μουσουλμάνος δεν δύναται να έχη ελληνίδα κόρην εις το χαρέμι του; Αυτός δεν θα την αναγκάση ποτέ ν’ αλλάξει την πίστιν της. Αν ήτο ομόπιστός των ο Χαλήλ, έμελλε ν’ αποκρουσθή; Ποτέ, διότι είναι νέος πλούσιος και ισχυρός, και η κόρη είναι μεν εύμορφη αλλά πτωχή. Και τέλος ο Χαλήλ είναι έτοιμος να πληρώση αποζημίωσιν εις τους γονείς της.
    Ο κατής ηκροάσθη τα επιχειρήματα ταύτα μετά προφανούς ευμενείας. Ακολούθως έδωκε τον λόγον εις τον πατέρα της κόρης, όστις παραφερόμενος υπό αισχύνης και αγανακτήσεως κακώς συνήρθρου τας λέξεις:
    -Ω!… κατάρα… ακούς εκεί… τον… εγώ θέλω το κορίτσι μου, ακούς; Αυτά εγώ δεν τα ξέρω… Το κορίτσι μου θέλω… το κορίτσι μου, να μου δώσει το κορίτσι μου…
    Ο κατής τον προέτρεψε να καθησυχάση και να εκφράση σαφέστερον τους λόγους του. Ο Χαλήλ αγάς τω φαίνεται ότι έχει μερικά δίκαια, ας είπη και αυτός τα δίκαιά του.
    -Τα δίκαιά μου!… Είμαι πατέρας… και δεν ημπορεί η κόρη μου να υπανδρευθή χωρίς την άδειάν μου… ούτε Τούρκον ούτε Χριστιανόν… Η κόρη μου είναι ανήλικη…
    -Είναι αληθές, ηρώτησε κατά τους τύπους ο κατής, ότι ο Χαλήλ αγάς σου είχε ζητήσει την κόρην σου;
    -Δεν ξεύρω εγώ τέτοια, είπεν ο πατήρ παραφερόμενος.
    -Είναι ανάγκη να ομιλήσης καλά… Ομιλείς με τον κατήν… Μη το λησμονής…
    -Και αν μου την εζήτησε, δεν είμαι κύριος;… Ημπορεί η κόρη μου να υπανδρευθή χωρίς την άδειάν μου… και χωρίς να θέλη…
    -Ο ιερός νόμος, είπε πομπωδώς ο κατής, δεν απαιτεί την συναίνεσιν της κόρης.
    -Του πατέρα όμως…
    -Τέλος δεν ημπορεί να γίνη συμβιβασμός; είπεν ο κατής, μετά μικράν σκέψιν.
    -Τι συμβιβασμός;
    -Χαλήλ αγά, θέλεις να δώσης την κόρην με το καλόν;
    Το βλέμμα του Χαλήλ εξέφρασεν έκπληξιν, αλλά καθησύχασεν ευθύς, συναντήσαν του κριτού το βλέμμα.
    Το πρόσωπον του Κώστα εξέφραζε τουναντίον ελπίδα.
    Ο Χαλήλ απήντησε μετά σταθερότητος.
    -Ο κατη-εφέντης μοι προτείνει λοιπόν να δώσω την σύζυγόν μου; Ο λ μ ά ς (αδύνατον).
    -Ήκουσες, Κώστα, είπεν ο κατής, τι αποκρίνεται ο Χαλήλ αγάς. Εσύ τι λέγεις; Δέχεσαι αποζημίωσιν;
    -Την κόρην μου θέλω! έκραξε πνέων λύσσαν ο ατυχής πατήρ.
    -Καλά, φθάνει, είπεν ο κατής.
    Και διατεθείς ανετότερον επί του σοφά, εφ’ ου εκάθητο, ήνοιξε το ιερόν βιβλίον  και ήρχισε ν’ απαγγέλλη την γνωστήν απόφασιν, δι’ ης ανεγνωρίζετο ο Χαλήλ αγάς ως νόμιμος κάτοχος της κόρης Βάσως, απηλλάσσοντο δε πάσης αιτίας αυτός και ο συνεργός του εις την αρπαγήν.
    Ο Κώστας αφήκε μανιώδη κραυγήν και ήτο έτοιμος να ορμήση κατά του κατή. Αλλ’ ούτος διέταξε τους σερδαρέους του να τον απαγάγωσιν εις το σωφρονιστήριον…
    Καθ’ ην στιγμήν απήγετο ο Κώστας, νέος τις μελαγχροινός με υψηλόν και εύστροφον ανάστημα τω έκραξε·
    -Θάρρος, πατέρα μου! υπάρχει εκδίκησις!
    Και λαβών πλαγίαν τινά οδόν εξήλθε της Άρτης και έγινεν άφαντος.