Μανού Ντιμπάνγκο: Ο θρύλος της αφρο-τζαζ

Μανού Ντιμπάνγκο (1933 – 2020)
Μανού Ντιμπάνγκο (1933 – 2020)

Ο Μανού Ντιμπάνγκο (Manu Dibango) ήταν καμερουνέζος δεξιοτέχνης του σαξοφώνου, που έγινε παγκόσμια γνωστός το 1972 με τη μεγάλη επιτυχία του «Soul Makossa». Στη μουσική του, συνδύαζε στοιχεία της τζαζ, του φανκ και της αφρικάνικης παραδοσιακής μουσικής. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους του μουσικού ιδιώματος που ονομάστηκε αφρο-τζαζ ή αφρο-φανκ.

Ο Εμάνουελ Ντιμπάνγκο Ν’Τζοκέ γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1933 στη Ντουάλα του τότε Γαλλικού Καμερούν σε μία προτεσταντική οικογένεια από γονείς που αντιπροσώπευαν δύο ιστορικά αντίπαλες εθνοτικές ομάδες: η μητέρα του ήταν Ντουάλα και ο πατέρας του Γιαμπάσι. Η μουσική του φλέβα φάνηκε από την παιδική του ηλικία, όταν συμμετείχε στη χορωδία της τοπικής εκκλησίας, την οποία διηύθυνε η μητέρα του.

Μαθήματα πιάνου και σαξόφωνου

Το 1949, όταν ήταν 15 ετών, εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, όπου ολοκλήρωσε τις δευτεροβάθμιες σπουδές του. Παράλληλα άρχισε να μαθαίνει πιάνο και αργότερα σαξόφωνο, έχοντας γοητευτεί από τη μουσική του Ντιουκ Έλινγκτον, του Σίντνεϊ Μπεσέτ, του Λούις Άρμστρονγκ και άλλων καλλιτεχνών της τζαζ. Η πρόοδός του και στα δύο όργανα ήταν γρήγορη και σύντομα βρήκε δουλειά σε διάφορα τζαζ σχήματα.

Το 1956 μετακόμισε στις Βρυξέλλες, όπου όχι μόνο έμαθε να παίζει βιμπράφωνο, αλλά επέκτεινε τη μουσική του παλέτα με τα στιλ της Δυτικής Αφρικής. Τότε άρχισε να συνειδητοποιεί τη φιλοδοξία του να σφυρηλατήσει ένα νέο μουσικό ήχο, συγχωνεύοντας την τζαζ με τις αφρικανικές λαϊκές μουσικές παραδόσεις.

Το 1960 περιόδευσε στην Ευρώπη με την African Jazz, μια μπάντα με επικεφαλής τον κονγκολέζο μουσικό Τζόζεφ Καμπασέλε, ο οποίος ασπαζόταν τις μουσικές του ιδέες. Μετά την περιοδεία, ο Ντιμπάνγκο ακολούθησε τον Καμπασέλε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και παρέμεινε με το συγκρότημα έως το 1963, οπότε επέστρεψε στο Καμερούν. Εκεί ίδρυσε τη δική του μπάντα και συνέχισε να διευρύνει τις γνώσεις του για τα αφρικανικά τοπικά στιλ.

Η επιστροφή στο Παρίσι και η μεγάλη επιτυχία

Ο Ντιμπάνγκο επέστρεψε στο Παρίσι το 1965 και άρχισε να εργάζεται ως στούντιο μουσικός, υποστηρίζοντας πολλούς αφρικανούς καλλιτέχνες σε μια εποχή που η Ευρώπη άρχισε να γνωρίζει τη μαύρη μουσική. Συνέχισε τους μουσικούς του πειραματισμούς με τις μίξεις τζαζ και αφρικάνικων ρυθμών. Το 1972 κυκλοφόρησε ένα τραγούδι - παραγγελία για τη διοργάνωση του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής στο ποδόσφαιρο. Ήταν το «Soul Makossa», ένα μείγμα τζαζ, μακόσα (καμερουνέζικο στιλ αστικής μουσικής) και σόουλ μουσικής που τελικά σηματοδότησε την καριέρα του.

Παρόλο που ο Ντιμπάνγκο γνώριζε επιτυχία στην Ευρώπη, όπως και το τραγούδι του, ήταν τελείως άγνωστος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έως ότου η μουσική του ανακαλύφθηκε και μεταδόθηκε το 1973 από έναν ραδιοφωνικό παραγωγό στη Νέα Υόρκη. Το «Soul Makossa» γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στις ΗΠΑ, μέχρι του σημείου ο Μάικλ Τζάκσον να χρησιμοποιήσει την επαναλαμβανόμενη φράση «ma-ma say, ma-ma sa, ma ma-coo-sa» στο τέλος του τραγουδιού του «Wanna Be Startin’ Somethin» (1982).

Ηχογραφήσεις άλμπουμ και συνεργασίες

Ακολουθώντας τη φρενίτιδα του «Soul Makossa», ο Ντιμπάνγκο ταξίδεψε πολύ, ενσωμάτωσε στη μουσική του νέους ήχους και συνεργάστηκε με αφροαμερικάνους μουσικούς. Συμμετείχε στο συγκρότημα της σάλσα «Fania All Stars» το 1973 και αρκετά χρόνια αργότερα ηχογράφησε δύο άλμπουμ – «Gone Clear (1980) και «Ambassador» (1980) – σε συνεργασία με σημαντικούς καλλιτέχνες της ρέγκε στην Τζαμάικα.

Εν τω μεταξύ, είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ «Home Made» (1978), με μουσικούς από τη Νιγηρία και την Γκάνα και αργότερα το «Waka Juju» (1982), στο οποίο αξιοποίησε στοιχεία από μία ποικιλία αφρικανικών δημοφιλών στυλ. Μετά την κυκλοφορία του «Surtension» (1982) με έντονο το στοιχείο του φανκ, ο Ντιμπάνγκο συνεργάστηκε με σπουδαίους τζαζίστες, όπως ο αμερικανός πιανίστας Χέρμπι Χάνκοκ στο άλμπουμ «Electric Africa» (1985) και ο τρομπετίστας Χιου Μασεκέλα στο «Afrijazzy» (1986).

Η μουσική του τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 συνέχισε ν’ αντλεί στοιχεία από διάφορα δημοφιλή είδη. Η τζαζ, η ραπ και τα διάφορα αφρικάνικα στιλ είναι συνυφασμένα στο άλμπουμ «Polysonik» (1991), ενώ στο άλμπουμ «Wakafrika» (1994) συγκέντρωσε μεγάλα ονόματα της αφρικάνικης μουσικής, όπως οι Γιουσού Ν’ Ντουρ (Σενεγάλη), Κινγκ Σάνι Αντέ (Νιγηρία), Σαλίφ Κεϊτά (Μάλι), Ανζελίκ Κίντζο (Μπενίν), Ρέι Λέμα (Κονγκό), το συγκρότημα Ladysmith Black Mambazo (Νότια Αφρική), αλλά και τον Πίτερ Γκάμπριελ.

Άλμπουμ – αναδρομές στην καριέρα του

Τα άλμπουμ του στις αρχές του 21ου αιώνα ήταν κυρίως αναδρομές στην πολύχρονη καριέρα του. Το «Africadelic» (2003), για παράδειγμα, ήταν μία συλλογή από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, που κυκλοφόρησε για να σηματοδοτήσει την τριακοστή επέτειο της έκρηξης «Soul Makossa». Το 2007 ο Dibango εξέδωσε το «Manu Dibango joue Sidney Bechet», ένα αφιέρωμα στον αμερικανό σαξοφωνίστα Σίντνεϊ Μπεσέτ, που τον διαμόρφωσε μουσικά. Στην πλούσια δισκογραφία του περιλαμβάνονται επίσης μουσικές για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Ο Μανού Ντιμπάνγκο ήταν αγαπητός και σε νεώτερους μουσικούς και «δειγματίστηκε» εκτός του Μάικλ Τζάκσον, από καλλιτέχνες όπως οι Κάνιε Γουέστ, Jay Z, Public Enemy και Ριάνα.

Η αυτοβιογραφία του

Το 1990 δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Trois kilos de café» («Τρία κιλά καφέ») και το 2004, σε αναγνώριση της συμβολής του στην ανάπτυξη της μουσικής, καθώς και στην καλλιέργεια του διαπολιτισμικού διαλόγου – ιδιαίτερα μεταξύ της Ευρώπης, της Αφρικής και της Βόρειας Αμερικής – αναγορεύτηκε από την UNESCO σε Καλλιτέχνη της Ειρήνης.

Ο Μανού Ντιμπάνγκο, θύμα της νόσου covid-19, άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Παρισιού στις 24 Μαρτίου 2020, σε ηλικία 86 ετών.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ