Γιάννης Κοντός
1943 – 2015

Διακεκριμένος σύγχρονος ποιητής και από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της «γενιάς του εβδομήντα».

Ο Γιάννης Κοντός, γεννήθηκε στο Αίγιο το 1943. Τις βασικές σπουδές του έκανε σε διάφορα σχολεία, λόγω των μετακινήσεων του πατέρα του που ήταν αξιωματικός του στρατού. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Λάρισας και το 1967 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά (νυν Πανεπιστήμιο Πειραιά).

Αρχικά εργάστηκε ως ασφαλιστής και από το 1971 έως το 1976 διατήρησε, μαζί με τον Θανάση Νιάρχο, το βιβλιοπωλείο «Ηνίοχος», σημείο συνάντησης λογοτεχνών και διανοούμενων τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας.

Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1964 από το περιοδικό «Φοιτητική Πορεία» και από τότε συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1970 εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή με τίτλο «Περιμετρική». Ακολούθησαν άλλα δεκατέσσερα ποιητικά βιβλία, δύο βιβλία με πεζά κείμενα («Τα ευγενή μέταλλα», τ. 1 και 2), και τρία βιβλία για παιδιά.

Τον Απρίλιο του 1992 εκδόθηκε επιλογή ποιημάτων του με τίτλο «Όταν πάνω από την πόλη ακούγεται ένα τύμπανο», σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, εικονογραφημένη από τον ζωγράφο Δημήτρη Μυταρά και το 1999 το βιβλίο «Πρόκες στα σύννεφα», μία ανθολόγηση του έργου του από τον ζωγράφο Γιάννη Ψυχοπαίδη, συμπληρωμένη με 20 χαρακτικά.

Ποιήματα του Γιάννη Κοντού έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ρωσικά κ.ά.). Επί σειρά ετών ήταν συνεργάτης του ραδιοφώνου, καθώς και των εκδόσεων «Κέδρος». Το 1980 κυκλοφόρησε δίσκος με μελοποιημένα ποιήματά του από τον συνθέτη Νίκο Καλλίτση, με τον τίτλο «Απόπειρα».

Το 1998 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική συλλογή «Ο αθλητής του τίποτα» και το 2009 με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του ποιητικού του έργου.

Ο Γιάννης Κοντός πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 2015, σε ηλικία 72 ετών, έπειτα από μακρά νοσηλεία στο Αττικό Νοσοκομείο.

Κρίσεις για το έργο του

Ο Γιάννης Κοντός, γόνιμα και επιλεκτικά επηρεασμένος στην αρχή από ένιους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς στο μορφικό πεδίο, γράφει σ’ ένα γλωσσικό ιδίωμα, που μπορούμε σχηματικά να ορίσουμε ως μεταϋπερεαλιστικό, όπου όμως ο λόγος παραπέμπει σε καταστάσεις αντλημένες τώρα από τις σύγχρονες συνθήκες μιας αστικοποιημένης και εφησυχάζουσας στην αυτάρκειά της κοινωνίας, ιδωμένες κριτικά, ειρωνικά και απορριπτικά. Πρόκειται για μια ποίηση χωρίς κοινόχρηστα και απλουστευτικά αναγνωριστικά κλειδιά, στην οποία το πραγματικό και το φανταστικό λειτουργούν συμπληρωματικά.

Αλέξανδρος Αργυρίου, κριτικός λογοτεχνίας

Η ποίηση του Γιάννη Κοντού δεν ήταν αρχικά ποίηση της (πολιτικής) αμφισβήτησης· έγινε σιγά σιγά, με διακριτικό τρόπο. Με περίπου αφοριστικούς στίχους, έδινε στιγμές της ελληνικής πραγματικότητας, όπως διαμορφωνόταν στα χρόνια της δικτατορίας. Ήταν μια ποίηση αντιστασιακή, που αντιστρατευόταν τις πολιτισμικές αξίες που ήθελε να επιβάλει το καθεστώς. Μετά την μεταπολίτευση σαν να ένιωσε ο ποιητής, όπως και πολλοί άλλοι, ποιητές και μη, πως η αντίσταση εκείνη έμεινε, κάπως, στον αέρα, μετέωρη, ατελέσφορη. Η δικτατορία ασφαλώς είχε φύγει, αλλά τα πολιτιστικά πρότυπα έμεναν στην θέση τους [...] Έτσι άρχισε μια αναδίπλωση. Στην περίπτωση του Κοντού βοήθησε η έτσι κι αλλιώς πάντα προσεγμένη γλώσσα, ως αυτοπαιδαγωγία. Βοήθησε ακόμα κι ο έρωτας, γιατί εδώ δεν σφραγίστηκε από τα αδιέξοδα που περιέγραψα πιο πάνω [...] Στον Κοντό η πολιτική και ο έρωτας είναι δύο ξεχωριστά ζητήματα - κι εγώ τα είδα μάλιστα και αλληλοδιάδοχα: το ένα έρχεται να αντικαταστήσει το άλλο.

Μιχάλης Μερακλής, καθηγητής λαογραφίας και κριτικός λογοτεχνίας.

Οι ποιητές [της γενιάς του εβδομήντα, όπως ο Γιάννης Κοντός] είναι οι πρώτοι έλληνες ποιητές που συστηματικά προσγειώνουν τον μύθο και εξοικειώνονται μαζί του. Εξετάζουν και διερευνούν, χωρίς να διακατέχονται από αίσθημα κατωτερότητας, τη σύγχρονη συνάντηση των πατροπαράδοτων πολιτιστικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης και της γλώσσας, με το διεθνισμό της ηλεκτρονικής εποχής και της popκουλτούρας. Κανένας από τους ποιητές αυτούς δεν προσπαθεί να αναβιώσει τις παραδόσεις του παρελθόντος, όπως είχε κάνει η προηγούμενη γενιά, ούτε όμως αγνοούν τους μύθους, την ιστορία, τις παραδόσεις και τη γλώσσα του ελληνικού παρελθόντος. Έχουν σαφή επίγνωση της κληρονομιάς που τους ανήκει,και την αντιμετωπίζουν ως μια χρήσιμη και αποδοτική παρακαταθήκη. Από την άποψη αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως όλα τα άλλα πολιτισμικά και αισθητικά δεδομένα της σύγχρονης εποχής. Οι ποιητές των αρχών της δεκαετίας του εβδομήντα απέχουν από κάθε προσπάθεια ιεράρχησης των αξιών. Χτίζουν την ποίησή τους πάνω σε αντιπαραθέσεις χτυπητές και επιγραμματικές. Συχνά παρωδούν, αλλά ανθίσταται σε κάθε έννοια σύγκλισης ή σύνθεσης [...] Ο Κοντός από τότε εξελίχθηκε σε τεχνίτη του επιγραμματικού λόγου (και κάπου διατύπωσε ρητά την οφειλή του στις σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη).

Ρόντρικ Μπίτον, κριτικός λογοτεχνίας