Οι Πρόεδροι της Ελληνικής Δημοκρατίας

Γ’ Ελληνική Δημοκρατία

Μιχαήλ Στασινόπουλος (1974-1975)

Μετά το δημοψήφισμα για το Πολιτειακό (8 Δεκεμβρίου 1974), που κατάργησε  τη Μοναρχία, ο στρατηγός Γκιζίκης υπέβαλε την παραίτησή του στις 16 Δεκεμβρίου και δύο ημέρες αργότερα ορκίστηκε προσωρινός πρόεδρος της Δημοκρατίας μέχρι την ψήφιση του νέου Συντάγματος ο βουλευτής επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, Μιχαήλ Στασινόπουλος, πρόσωπο με πολύπλευρη και σημαντική παρουσία (ανώτατος δικαστικός, πανεπιστημιακός και λογοτέχνης) και με αντιστασιακές περγαμηνές στα χρόνια της χούντας. Είχε προταθεί από τη Νέα Δημοκρατία και στη σχετική ψηφοφορία, που έγινε στη Βουλή στις 18 Δεκεμβρίου, έλαβε 206 ψήφους έναντι 74 αρνητικών ψήφων. Στην κάλπη βρέθηκαν ακόμη 8 λευκά, 3 άκυρα, ενώ απουσίαζαν 9 βουλευτές.

Κωνσταντίνος Τσάτσος (1975-1980)

Στις 8 Ιουνίου 1975 ψηφίστηκε το νέο Σύνταγμα της χώρας, μόνο από τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, καθώς οι βουλευτές της αντιπολίτευσης απείχαν, επειδή διαφωνούσαν πρωτίστως με τις υπερεξουσίες του Προέδρου (αρμοδιότητες παύσης της κυβέρνησης, διάλυσης της Βουλής, προκήρυξης δημοψηφίσματος, εκφώνησης διαγγελμάτων κατά την κρίση του). Στις 19 Ιουνίου συγκλήθηκε η Βουλή για την εκλογή του πρώτου Προέδρου της Δημοκρατίας. Υποψήφιοι ήταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, που υπέδειξε η Νέα Δημοκρατία και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που υπέδειξε η Ένωση Κέντρου - Νέες Δυνάμεις. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη από την πρώτη ψηφοφορία με 210 ψήφους, έναντι 65 του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ενώ βρέθηκαν και 20 λευκά ψηφοδέλτια. Πέντε βουλευτές απείχαν της διαδικασίας.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος περιορίστηκε στην άσκηση ενός ρυθμιστικού ρόλου με διακριτική παρουσία, χωρίς να διατυπώνει απόψεις για την εσωτερική και εξωτερική πολιτική που θα διαφοροποιούνταν απ’ αυτές της κυβέρνησης. Οι φόβοι που διατυπώθηκαν από την αντιπολίτευση για τις προεδρικές «υπερεξουσίες» δεν επιβαιώθηκαν. Σ’ αυτό βοήθησαν και τα εκλογικά συστήματα που εφαρμόστηκαν την περίοδο 1975-1980 (παραλλαγές ενισχυμένης αναλογικής), που διαμόρφωσαν ένα δικομματικό σύστημα, το οποίο παρείχε αυτοδύναμες κυβερνήσεις και δεν άφηνε περιθώρια στον οποιοδήποτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας - πόσο μάλλον στον Κ. Τσάτσο που ήταν προσωπικός θαυμαστής του Καραμανλή - να ασκήσει τις λεγόμενες «υπερεξουσίες».

Κωνσταντίνος Καραμανλής (1980-1985)

Στα μέσα Απριλίου του 1980 κινήθηκαν οι διαδικασίες για την εκλογή του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, καθώς έληγε η θητεία του Κωνσταντίνου Τσάτσου. Εκπεφρασμένη ήταν η θέληση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία της Δημοκρατίας, με την οποία θα ολοκλήρωνε τη σπουδαία πολιτική του καριέρα. Γι’ αυτό, ελλείψει των αναγκαίων 180 ψήφων, είχε φροντίσει από νωρίς να προσελκύσει στη Ν.Δ. βουλευτές της φθίνουσας Ένωσης Κέντρου. Στην πρώτη ψηφοφορία, που έγινε στις 23 Απριλίου, συγκέντρωσε 179 ψήφους έναντι 4 του Γεωργίου Μυλωνά (ΚΟΔΗΣΟ), 3 του Νικήτα Βενιζέλου (ΕΔΗΚ) και από 1 των Λεωνίδα Κύρκου (ΚΚΕ εσ.), Φαίδωνος Βεγλερή (ΕΔΑ) και Ηλία Ηλιού (ΕΔΑ). 15 ψηφοδέλτια βρέθηκαν λευκά, ενώ 92 βουλευτές αρνήθηκαν ψήφο (ΠΑΣΟΚ). Τέσσερις βουλευτές απείχαν της ψηφοφορίας.

Στη δεύτερη ψηφοφορία, που έγινε στις 29 Απριλίου, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συγκέντρωσε 181 ψήφους, έναντι 3 του Γεωργίου Μυλωνά (ΚΟΔΗΣΟ), 1 του Λεωνίδα Κύρκου (ΚΚΕ εσ.), 1 του Φαίδωνος Βεγλερή (ΕΔΑ) και 1 του ανεξάρτητου Στέλιου Παπαθεμελή. 13 ψηφοδέλτια βρέθηκαν λευκά, ενώ 97 βουλευτές αρνήθηκαν ψήφο. Τρεις βουλευτές απείχαν της ψηφοφορίας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξελέγη, τελικά, Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην τρίτη ψηφοφορία της 5ης Μαΐου. Στην κρίσιμη αυτή ψηφοφορία ήταν παρόντες 298 βουλευτές (απείχαν οι Σπύρος Θεοτόκης και Κωνσταντίνος Οικονομόπουλος της Εθνικής Παράταξης) και υπερψήφισαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή 183, ενώ 93 (ΠΑΣΟΚ) αρνήθηκαν ψήφο, 12 έριξαν λευκό (οι 11 βουλευτές του ΚΚΕ και ο Γεώργιος Μαύρος) και βρέθηκαν 4 ψηφοδέλτια με το όνομα Iωάννης Ζίγδης (ΕΔΗΚ), 3 με το όνομα Γεώργιος Μυλωνάς (ΚΟΔΗΣΟ), 1 με το όνομα Φαίδων Βεγλερής (ΕΔΑ) και 1 με το όνομα Λεωνίδας Κύρκος (KKE εσ). Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του αποτελέσματος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωσε ότι θα επιδιώξει τη στερέωση του πολιτεύματος, την ομαλή λειτουργία των θεσμών και τη διαφύλαξη της εθνικής μας ενότητας. Μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ξεκίνησε η λεγόμενη περίοδος της «συγκατοίκησης», με Πρόεδρο και Πρωθυπουργό από διαφορετικό κόμμα.

Χρήστος Σαρτζετάκης (1985-1990)

Η προεδρική εκλογή του 1985 ήταν η πιο επεισοδιακή και πυροδότησε σκληρή πολιτική σύγκρουση. Ο αρεοπαγίτης Χρήστος Σαρτζετάκης αποτέλεσε την «έκπληξη» του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, καθώς μέχρι τελευταία στιγμή κοινή ήταν η πεποίθηση ότι θα επανεκλεγόταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ωστόσο, ο τότε πρωθυπουργός άλλαξε γνώμη, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας, που ήταν αξιωματική αντιπολίτευση. Η δικαιολογία που επικαλέστηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου για τη μη στήριξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή ήταν ο σεβασμός στο πρόσωπό του, επειδή σκόπευε να προκαλέσει αναθεώρηση του Συντάγματος, που θα περιόριζε τις εξουσίες του Προέδρου. Σε πολιτικό επίπεδο κέρδισε τις εντυπώσεις, αναστρέφοντας το αρνητικό για το ΠΑΣΟΚ κλίμα, εν όψει των βουλευτικών εκλογών της 2ας Ιουνίου 1985, τις οποίες κέρδισε άνετα.

Η ανακοίνωση Παπανδρέου έγινε στις 9 Μαρτίου, κατά την σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ. Την ίδια ημέρα, ο Καραμανλής δήλωσε ότι παραιτείται από το προεδρικό αξίωμα. Στη δήλωσή του επισήμανε ότι το θέμα ως προς τον ίδιο έχει αυτόματα λυθεί, δεδομένου ότι όχι μόνο δεν είχε ο ίδιος επιζητήσει την επανεκλογή του, αλλά και είχε, αντίθετα, επιφυλαχθεί να αποφασίσει οριστικά μόνο αφού οι προτάσεις, που του είχαν διατυπωθεί από τους ηγέτες των δύο μεγαλύτερων παρατάξεων της χώρας, θα είχαν προσλάβει επίσημο χαρακτήρα. Η παραίτησή του την επομένη, 10 Μαρτίου, συνοδεύτηκε με δήλωση προς τον πρόεδρο της Βουλής, σύμφωνα με την οποία έπαυε να ασκεί τα καθήκοντά του «εν όψει των διαγραφομένων εξελίξεων, στις οποίες δεν δύναμαι να συμπράττω». Προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέλαβε, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο πρόεδρος της Βουλής Ιωάννης Αλευράς.

Αντικείμενο σκληρών αντιπαραθέσεων αποτέλεσε, επίσης, το ερώτημα εάν ο πρόεδρος της Βουλής, Γιάννης Αλευράς, είχε δικαίωμα ψήφου. Συνταγματολόγοι (Γεώργιος Κασιμάτης, Ευάγγελος Βενιζέλος) και Βουλή κατέληξαν ότι ο βουλευτής δεν χάνει ποτέ το δικαίωμα ψήφου. Αντίθετη ήταν η άποψη των συνταγματολόγων Αριστόβουλου Μάνεση και Δημητρίου Τσάτσου. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση ήλθαν, επίσης, σε σύγκρουση και για το χρώμα των ψηφοδελτίων, που έθετε υπό αμφισβήτηση τη μυστικότητα της ψηφοφορίας. Στη δεύτερη και τρίτη ψηφοφορία υπήρχαν δύο ψηφοδέλτια: το ένα με το όνομα του Χρήστου Σαρτζετάκη σε γαλάζιο χρώμα και το λευκό.

Η πρώτη ψηφοφορία διεξήχθη στις 17 Μαρτίου, με τον Χρήστο Σαρτζετάκη να υποστηρίζεται από ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, που ψήφισε για πρώτη και τελευταία φορά πρόεδρο Δημοκρατίας. Στην ψηφοφορία αυτή απαιτούνταν 200 ψήφοι. Ο Χρήστος Σαρτζετάκης έλαβε 178 ψήφους, σε σύνολο 297 παριστάμενων βουλευτών. Απείχαν της διαδικασίας οι βουλευτές της ΝΔ, ενώ από την κάλπη βγήκαν τρία λευκά και τρία άκυρα. Στη δεύτερη ψηφοφορία στις 23 Μαρτίου, που επίσης απαιτούνταν 200 ψήφοι, ο Χρήστος Σαρτζετάκης έλαβε 185 ψήφους. Δεν ψήφισαν 110 βουλευτές και καταμετρήθηκαν τρία άκυρα κι ένα λευκό. Στη δεύτερη ψηφοφορία το κλίμα ήταν ιδιαίτερα τεταμένο, με τη χρησιμοποίηση των εγχρώμων ψηφοδελτίων και κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, ο βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Δημοκρατίας Ελευθέριος Καλογιάννης πήρε επ’ ώμου την κάλπη και τη μετέφερε στα γραφεία του κόμματος στη Βουλή. Μετ’ ολίγον, η κάλπη επανήλθε στη θέση της και η ψηφοφορία συνεχίστηκε, χωρίς άλλα παρατράγουδα. Ο Τύπος την επομένη τον αποκάλεσε Καλπογιάννη.

Τελικά, ο Χρήστος Σαρτζετάκης εξελέγη Πρόεδρος στην τρίτη ψηφοφορία, στις 29 Μαρτίου, με 180 ψήφους, όσο δηλαδή ήταν το όριο που προβλέπει το Σύνταγμα. Στην ψηφοφορία αυτή συμμετείχε και ο προσωρινός πρόεδρος της Δημοκρατίας και Πρόεδρος της Βουλής, Ιωάννης Αλευράς. Πέντε ψηφοδέλτια ήταν άκυρα κι ένα λευκό. Εκατόν δώδεκα βουλευτές της ΝΔ δεν έλαβαν μέρος στην εκλογική διαδικασία.

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης άσκησε τα καθήκοντά του με εξαιρετική προσήλωση στο Σύνταγμα, ιδιαίτερα την περίοδο Ιουνίου 1989 - Απριλίου 1990, όταν οι εκλογικές αναμετρήσεις δεν έδωσαν απόλυτη πλειοψηφία σε κανένα κόμμα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, με πανηγυρικούς λόγους, διαγγέλματα και μελετήματα υπεραμύνθηκε της Ελληνικής Ιδέας και υποστήριξε επανειλημμένα και προς πολλές κατευθύνσεις, με έντονο ύφος και παλμό, τα ελληνικά εθνικά δίκαια και τη μοναδικότητα του ελληνικού έθνους ως «αναδέλφου» γένους. Κάποιες ατυχείς επιλογές του σε ζητήματα επικοινωνίας και δημόσιας εικόνας, οδήγησαν τον Τύπο σε σκωπτικά εις βάρος του σχόλια.

Κωνσταντίνος Καραμανλής (1990-1995)

Στις αρχές του 1990 η χώρα βρισκόταν στον αστερισμό του σκανδάλου Κοσκωτά και των διώξεων κατά στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Η Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που συμμετείχε στην κυβέρνηση Ζολώτα, χρησιμοποίησε την προεδρική εκλογή ως όχημα για να προκαλέσει βουλευτικές εκλογές, που θα της έδιναν την πολυπόθητη αυτοδυναμία. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ήδη αρνηθεί να είναι υποψήφιος στην πρώτη φάση της εκλογικής διαδικασία (τρεις γύροι με 200, 200 και 180 ψήφοι αντίστοιχα), αφού γνώριζε ότι δεν θα εκλεγόταν.

Στην πρώτη ψηφοφορία της 19ης Φεβρουαρίου 1990, που ήταν για πρώτη φορά ονομαστική, ο Χρήστος Σαρτζετάκης έλαβε 151 ψήφους, υποστηριζόμενος από το ΠΑΣΟΚ και τον τότε ενιαίο Συνασπισμό, 148 δήλωσαν «παρών» (ΝΔ) και 1 απών. Στη δεύτερη ψηφοφορία της 25ης Φεβρουαρίου ο Ιωάννης Αλευράς (ΠΑΣΟΚ) έλαβε 127 ψήφους, ο Χρήστος Σαρτζετάκης (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ) 21, 148 δήλωσαν «παρών» (ΝΔ) και 4 ήταν απόντες. Στην τρίτη ψηφοφορία της 3ης Μαρτίου, ο Ιωάννης Αλευράς (ΠΑΣΟΚ) έλαβε 128 ψήφους, ο Χρήστος Σαρτζετάκης (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ) 21, 148 δήλωσαν «παρών» (ΝΔ), 2 «απών», ενώ απουσίαζαν 4 βουλευτές.

Στις 8 Απριλίου 1990 έγιναν βουλευτικές εκλογές, σύμφωνα με το Σύνταγμα, καθώς κανένας υποψήφιος δεν είχε συγκεντρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ψήφο (180). Η Νέα Δημοκρατία έλαβε το 46,89% των ψήφων και 150 έδρες στη Βουλή. Με τη στήριξη του βουλευτή της ΔΗΑΝΑ Θεόδωρου Κατσίκη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σχημάτισε κυβέρνηση.

Στην πρώτη ψηφοφορία της δεύτερης φάσης της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας (30 Απριλίου), όπου απαιτούνταν 180 ψήφοι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλαβε 149 ψήφους και οι συνυποψήφιοί του Γιάννης Αλευράς (ΠΑΣΟΚ) και Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος (Συνασπισμός) 123 και 21 αντίστοιχα. Στη δεύτερη ψηφοφορία (5 Μαΐου), όπου απαιτούνταν 151 ψήφοι, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έλαβε 153 ψήφους και εκλέχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο Γιάννης Αλευράς έλαβε 125 ψήφους και ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος 21.

Η δεκάχρονη παραμονή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στο προεδρικό αξίωμα δεν κατάφερε να έχει υπερκομματικό χαρακτήρα, αλλά πάντως διαμόρφωσε οριστικά τη φυσιογνωμία του προεδρικού θεσμού ως παράγοντα ενοποιητικού της πολιτικής κοινότητας και εγγυητικού της συνταγματικής συνέχειας.

Κωστής Στεφανόπουλος (1995-2005)

Στις αρχές του 1995 και ενόψει της προεδρικής εκλογής, το ΠΑΣΟΚ δεν συγκέντρωνε τον απαιτούμενο αριθμό για να εκλέξει δικό του Πρόεδρο Δημοκρατίας κι έτσι συμφώνησε με την πρόταση της Πολιτικής Άνοιξης του Αντώνη Σαμαρά για την υποψηφιότητα του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου, τέως προέδρου της ΔΗΑΝΑ και παλαιού ηγετικού στελέχους της Νέας Δημοκρατίας. Η Νέα Δημοκρατία πρότεινε τον πρώην Πρόεδρο της Βουλής Αθανάσιο Τσαλδάρη. Το αποτέλεσμα και στις τρεις ψηφοφορίες (24 Φεβρουαρίου, 2 και 8 Μαρτίου 1995) για τον νικητή της αναμέτρησης ήταν το ίδιο. Ο Κωστής Στεφανόπουλος συγκέντρωσε 181 ψήφους (170 ΠΑΣΟΚ και 11 ΠΟΛΑΝ) και εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ο συνυποψήφιός του Αθανάσιος Τσαλδάρης έλαβε 109 ψήφους στην πρώτη και την τρίτη ψηφοφορία και 108 στη δεύτερη. Εννέα βουλευτές του ΚΚΕ και ο Μιχάλης Παπακωνσταντίνου δήλωσαν «παρών».

Η δεύτερη εκλογή του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου στο ύπατο αξίωμα της πολιτείας ήταν άνετη. Ήταν η πρώτη φορά στη μεταπολιτευτική ιστορία που το κυβερνόν κόμμα και η αντιπολίτευση υποστήριξαν κοινό υποψήφιο, αλλά και πρώτη φορά που επανεξελέγη το ίδιο πρόσωπο για δεύτερη συνεχόμενη θητεία. Έτσι, η έκβαση ήταν γνωστή προτού ακόμη ξεκινήσει η ψηφοφορία της 8ης Φεβρουαρίου. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν 269 ψήφοι, επί 298 παριστάμενων βουλευτών, υπέρ του Κωστή Στεφανόπουλου και δέκα για τον υποδειχθέντα από το Συνασπισμό, Λεωνίδα Κύρκο. Οι 11 βουλευτές του ΚΚΕ και οι οκτώ του ΔΗΚΚΙ δήλωσαν «παρών».

Ο Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος υπήρξε σώφρων πολιτικός και ιδιαίτερα αγαπητός στο λαό, ενώ υπηρέτησε με άψογο τρόπο το θεσμό της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Οι καλές σχέσεις του με την Εκκλησία δεν τον εμπόδισε ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας να απορρίψει το αίτημα του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου - συνοδευόμενο από εκατομμύρια υπογραφές - για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες (29 Αυγούστου 2001).

Κατά τη διάρκεια της θητείας του υποδέχθηκε στην Αθήνα τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Μπιλ Κλίντον (19 Νοεμβρίου 1999) και στην προσφώνησή του προς τον υψηλό επισκέπτη του δεν παρέλειψε να υψώσει υπερήφανο λόγο, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Ελλάς δεν ζητεί από κανένα να μεσολαβήσει υπέρ αυτής, επικαλείται απλώς το δίκαιον και τη νομιμότητα, διότι πιστεύει ότι βασικό στοιχείο του πολιτισμού μας δεν είναι τόσον η στήριξη των πάσης φύσεως συμφερόντων μας, όσον η στήριξη της νομιμότητας. Ορθότερο θα ήταν, αν έλεγα, ότι πρωταρχικό συμφέρον όλων είναι η υπεράσπιση της νομιμότητος».

Κάρολος Παπούλιας (2005-2015)

Το συναινετικό κλίμα μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεχίστηκε και το 2005. Ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής πρότεινε για το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας το στέλεχος τους ΠΑΣΟΚ Κάρολο Παπούλια (12 Δεκεμβρίου 2004), ο οποίος εξελέγη άνετα στις 8 Φεβρουαρίου 2005 με 279 ψήφους. 17 δήλωσαν «παρών» και 4 απείχαν της ψηφοφορίας.

Μετά τις ευρωεκλογές του 2009 και την επικράτηση του ΠΑΣΟΚ, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου, δήλωσε επίσημα ότι τον Φεβρουάριο του 2010 δεν θα ψήφιζε τον Κάρολο Παπούλια για νέα πενταετία, αποκλειστικά και μόνο για να προκαλέσει την πτώση της κυβέρνησης και ότι μετά τις εκλογές θα τον ψήφιζε. Ο συνταγματολόγος και πρώην ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Τσάτσος, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» (19 Ιουλίου 2009), πρότεινε στον κ. Παπούλια «να αρνηθεί την εργαλειοποίησή του ως σκεύος τεχνάσματος για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών», υπογραμμίζοντας ότι εάν το ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιήσει το Μάρτιο την προεδρική εκλογή για να ρίξει την κυβέρνηση και ψηφίσει εκ των υστέρων τον Κάρολο Παπούλια, θα έχει εξόφθαλμα περιφρονήσει το βαθύτερο νόημα του Συντάγματος».

Στις 2 Σεπτεμβρίου, με διάγγελμά του, ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής ανακοίνωσε τη διενέργεια πρόωρων εκλογών στις 4 Οκτωβρίου. Επικαλέστηκε την ανάγκη λήψης σκληρών μέτρων για την οικονομία και την απόφαση του ΠΑΣΟΚ να προκαλέσει πρόωρες εκλογές το Μάρτιο του 2010, με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.

Μετά τη συντριπτική νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, ο Κάρολος Παπούλιας επανεξελέγη στο ύπατο αξίωμα της χώρας στις 3 Φεβρουαρίου 2010 από τους 266 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΛΑΟΣ. 32 βουλευτές δήλωσαν «παρών» και 2 ήταν απόντες.

Προκόπης Παυλόπουλος (2015-...)

Στις 17 Φεβρουαρίου 2015 ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας,  πρότεινε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Προκόπη Παυλόπουλο, για «την ανάγκη επιδίωξης ευρύτερης συναίνεσης» όπως δήλωσε. Την επομένη εξελέγη στο ύπατο αξίωμα της πολιτείας με 233 ψήφους (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΑΝΕΛ), έναντι 30 του συνυποψηφίου του Νίκου Αλιβιζάτου (ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι). 32 βουλευτές (ΚΚΕ, ΧΑ) δήλωσαν «παρών», ενώ 5 απουσίαζαν. Στις 13 Μαρτίου ανέλαβε τα υψηλά καθήκοντά του, διαδεχόμενος τον Κάρολο Παπούλια.