Μιχαήλ Στασινόπουλος
1903 – 2002

Ανώτατος δικαστικός, πανεπιστημιακός, πολιτικός, λογοτέχνης και ακαδημαϊκός. Διετέλεσε πρώτος Πρόεδρος της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας, μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος του 1975.

Γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1903 στη Μεσσήνη και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αναγορεύθηκε διδάκτωρ νομικής το 1934. Το 1937 διορίσθηκε Υφηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1943 τακτικός Καθηγητής της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, της οποίας διετέλεσε πρύτανης από το 1951 έως το 1958. Το 1929 εισήλθε στο δικαστικό σώμα ως εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας, του οποίου διετέλεσε Πρόεδρος από το 1966 έως το 1969, οπότε αποπέμφθηκε επειδή εξέδωσε απορριπτική απόφαση για τη νομιμότητα του δικτατορικού καθεστώτος.

Την τριετία 1948 - 1951 ήταν πρόεδρος της επιτροπής που συνέταξε τον Υπαλληλικό Κώδικα κι ένα χρόνο αργότερα ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητική θέση ως Υπουργός Προεδρίας και Εργασίας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του Δημητρίου Κιουσόπουλου. Τη διετία 1951 - 1953 διετέλεσε Πρόεδρος του ΕΙΡ και στη συνέχεια της Λυρικής Σκηνής (1953 - 1954). Το 1958 υπηρέτησε επί δίμηνο ως Υπουργός Προεδρίας στην Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Γεωργακόπουλου.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος ανέπτυξε πλούσια συγγραφική δραστηριότητα. Πρωτοεμφανίστηκε ως λογοτέχνης στο περιοδικό «Μούσα» (1920 - 1923). Δημοσίευσε πολυάριθμα επιστημονικά συγγράμματα και λογοτεχνικά έργα, καθώς και μεταφράσεις έργων γάλλων ποιητών και πεζογράφων. Το 1968 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1978 εξελέγη πρόεδρός της. Κατά τα έτη 1969 και 1970 προτάθηκε από τον Πρόεδρο του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας Ρενέ Κασέν ως υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, λόγω της ενεργού αντίθεσής του με το δικτατορικό καθεστώς.

Στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 εξελέγη πρώτος βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Παραιτήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου, δέκα ημέρες μετά το δημοψήφισμα που κατάργησε τη Βασιλεία, όταν η νέα Βουλή τον εξέλεξε προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας με 206 ψήφους. Παρέμεινε στο ανώτατο αξίωμα της χώρας έως τις 19 Ιουλίου 1975, οπότε τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος.

Το 1976 και το 1978 διορίστηκε εθνικός δικαστής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την εκδίκαση της υπόθεσης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του διέθεσε περιουσιακά του στοιχεία και συνέστησε το Ίδρυμα «Μιχαήλ Στασινόπουλος», με σκοπό τη χορήγηση υποτροφιών στο Διοικητικό Δίκαιο.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 2002, σε ηλικία 99 ετών.