Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Δ’

     Η οικία του Χασάν εφένδη, του κατή της Άρτης, έκειτο εις μίαν των στενωτέρων οδών εις το άκρον της πόλεως. Πλησίον της οικίας του ευρίσκετο και το κυριώτερον τέμενος της πόλεως, όπερ είχε λάβει, ως έλεγον, παρά του Ταχήρ Μουράτη, αγίου ανδρός προσφιλούς εις τον προφήτην, το προνόμιον του ιερού και του ασύλου. Πους αλλοπίστου δεν επετρέπετο να πατήση εις τον ιερόν εκείνον χώρον. Πτωχός πλάνης εβραίος, όστις ετόλμησε ποτέ εξ αγνοίας να βεβηλώση τον ιερόν περίβολον, απηγχονίσθη άκριτος εις τον πυλώνα του φρουρίου.
    Ήτο περί δύσιν ηλίου και η λιγυρά φωνή του κήρυκος της πίστεως ετόνιζεν από του πτερυγίου του μιναρέ τα σοβαρά και πλήρη μελαγχολίας εκείνα έπη, άτινα ους απίστου ουδέποτε δύναται άνευ φρίκης ν’ ακούσει: Λ α-ι λ-λ α χ-ι λ-α λ λ ά χ, β ε Μ ω χ α μ έ τ  ρ ε σ ο ύ λ-ο υ λ-λ α χ. «Εις είναι ο Θεός και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του!».
    Ήτο Παρασκευή, ημέρα εορτής, καθ’ ην αι πέντε νενομισμέναι προσευχαί τελούνται πομπωδέστερον…
    Ότε ενωτίσθη τους ευμόλπους και ηχηρούς εκείνους φθόγγους ο Χασάν εφένδης, αφήκεν επί του τάπητος του σοφά το βιβλίον του Σερή, όπερ νυχθημερόν εμελέτα, και εγερθείς περιεβλήθη την μηλωτήν και απήλθεν εις το προσκύνημα.
    Μόλις οι πιστοί είχον συναχθή και ήρχισαν τας συνήθεις επί της ψιάθου γονυκλισίας, προτού ακόμη τις εκ των δερβισών να φθάση εις βαθμόν ενθουσιώδους παροξυσμού, ώστε να εκβάλλη αφρούς εκ του στόματος, νεαρός Τούρκος εισήλθεν ορμητικός και τόσον έξαλλος εφαίνετο, ώστε ελησμόνησε να αφήση τα σάνδαλα παρά τον ουδόν της θύρας και εισήλθεν υποδεδεμένος εις το τέμενος. Οι πιστοί ανέκυψαν έκπληκτοι και οι ενθερμότερον δεόμενοι απεσπάσθησαν εκ της ευσεβούς εκείνης προσηλώσεως.
    -Τι είναι; ηκούσθη ψιθυρισμός.
    -Κλέφτες! Κλέφτες έρχονται! έκραξεν ο άρτι εισελθών.
    -Κλέφτες! επανέλαβον διάφοροι φωναί.
    Η έκπληξις ολόκληρος δεν είχεν εκφρασθή ακόμη. Ακτίς φωτός δεν είχεν εισδύσει εις τας διανοίας ταύτας, ώστε να κατανοήσωσι πώς ήτο δυνατόν να έλθωσι κλέφτες εις την πόλιν. Και συγχρόνως εισήλθεν ανήρ φορών λερήν φουστανέλαν, κρατών γυμνόν ξίφος εις την δεξιάν, μελαψός την χροιάν, πελώριος το ανάστημα, έχων μακράν κόμην περί τους ώμους. Κατόπιν αυτού εφάνη δεύτερος και τρίτος κλέφτης.
    Οι μουσουλμάνοι έρρηξαν λυσσώδεις κραυγάς φρίκης και μίσους. Η αγανάκτησις διά την βεβήλωσιν, η ιδέα πώς ήτο δυνατόν να έλθη άπιστος να βεβηλώση τον ιερόν χώρον, έπνιγε παν άλλο αίσθημα.
    -Έξω! έξω! έξω απ’ εδώ! ηκούσθησαν ωρυόμεναι συμμιγείς κραυγαί.
    Αλλ’ ο υψηλός φουστανελοφόρος πάλλων το ξίφος εν τη δεξιά και απείργων τους αόπλους μουσουλμάνους, όσοι επρόλαβον ν’ ανορθωθώσιν, ήλθε κατ’ ευθείαν προς τον Χασάν εφένδην και τω είπε:
    -Συ είσαι ο κατής της Άρτης;
    -Εγώ, απήντησεν εμβρόντητος ο Χασάν.
    -Σηκώσου, πάμε, τω είπεν ο κλέφτης.
    Και τον έσυρε διά της βίας. Οι δύο σύντροφοί του προσελθόντες τον εβοήθησαν.
    Εις ολίγας στιγμάς το σύμπλεγμα είχε διασκελίσει τον ουδόν. Ο πρώτος κλέφτης προεπορεύετο σύρων και τον κατήν και οι δύο σύντροφοί του ηκολούθουν οπισθοβατούντες, αμυνόμενοι διά των ξιφών κατά των μουσουλμάνων, όσοι όρμησαν να επιτεθώσιν άοπλοι.
    Ότε εξήλθον εις τον περίβολον, όστις απετέλει πολυάνδριον πλήρες τάφων και μνημείων, περιβαλλομένων υπό τινων κυπαρίσσων, ανεζήτουν τινές λίθους να επιτεθώσιν. Άλλοι, όσοι κατώκουν εγγύς του τζαμίου, έσπευσαν εις τας οικίας των να λάβωσιν όπλα. Αλλ’ οι τρεις κλέφται είχον πολύ ανοικτόν το βήμα. Ότε απεμακρύνθησαν ολίγον και εξήλθον εκ της πόλεως, οι δύο σύντροφοι εσχημάτισαν διά των χειρών φορείον και έβαλαν τον Χασάν να καθίση επ’ αυτού, ο δε πρώτος κλέφτης εβάδιζεν ατάραχος. Αλλά τότε επήλθε κατ’ αυτών πολυάριθμον άθροισμα ενόπλων Τούρκων. Συγχρόνως δε ηκούσθη κραυγή·
    -Χτυπάτε μ ο ν ό μ α τ ο ι!
    Τω όντι ο Χρήστος Μηλιόνης (διότι εκείνος ήτο ο αρχηγός της εισβολής) δεν συνήθιζε να κάμνη ατελή σχέδια. Εμίσει την βραδείαν μεταμέλειαν και διά τούτο επροτίμα να προνοεί καλώς τα ενδεχόμενα. Προτού ν’ αποφασίση το τολμηρόν τούτο διάβημα, είχε φροντίσει να οπλίση χριστιανούς τινας επικούρους εκ της Ακαρνανίας, εξ εκείνων των γνωστών υπό το όνομα οι μονόματοι, οίτινες δεν ήσαν κυρίως αρματολοί, αλλά ειρηνικοί αγρόται, δεν απηξίουν όμως να ζώνονται ενίοτε την σπάθην, οσάκις είχον αφορμήν να βαρυνθώσι το μονότονον έργον των. Ούτοι οι ανδρείοι ενήδρευον έξωθεν της πόλεως περιμένοντες τους συντρόφους. Ούτοι οι μ ο ν ό μ α τ ο ι απήντησαν εις την καταδίωξιν των Τούρκων διά ραγδαίου και ανδρικού πυρός.
     -Χτυπάτε μ ο ν ό μ α τ ο ι! έκραξεν ο Χρήστος Μηλιόνης.
    Και ηκούετο το καριοφίλλι βροντών και ο Μηλιόνης εγέμιζε με την μίαν χείρα και εκένου με την άλλην και οι μ ο ν ό μ α τα ο ι ημιλλώντο να φθάσωσιν εις την ταχύτητα τον απαράμιλλον τούτον μαχητήν. Όσον διά την ακρίβειαν του σκοπού, ουδείς ηδύνατο ν’ ανταγωνισθή προς αυτούς τους ατρομήτους, οίτινες επαξίως ωνομάσθησαν μ ο ν ό μ α τ ο ι.
    Όσον κρατερά και αν ήτο η καταδίωξις των Τούρκων, ο ήλιος είχε δύσει, η νυξ έπιπτε, το ρεύμα και ο κρημνός εβοήθει τους αποχωρούντας, και οι 
μ ο ν ό μ α τ ο ι ευκόλως δεν κατεβάλλοντο. Πάσα βολή μ ο ν ο μ ά τ ο υ εμετρείτο με μίαν κεφαλήν Τούρκου πίπτουσαν. Σπανίως ηκούσθη ν’ αστοχήσωσι του σκοπού οι γενναίοι ούτοι ορεινοί.
    Μετ’ ολίγον οι διώκται ετράπησαν εις άτακτον φυγήν αποβαλόντες νεκρούς περί τους δέκα. Εκ του κλεφτικού δύο ή τρεις έπεσον.
    Ο Μηλιόνης είχεν υπολογίσει ορθώς. Ένα Ακαρνάνα τον εστάθμιζε με τρεις Τούρκους και ήμισυν. Εκ των αποτελεσμάτων λαμπρώς ανεδείχθη και πάλιν η δεδοκιμασμένη εμπειρία του αρχηγού.