Θεμιστοκλής Σοφούλης
1860 – 1949

Διακεκριμένος Έλληνας πολιτικός του κεντρώου χώρου, ο οποίος διετέλεσε τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας και ισάριθμες φορές πρόεδρος της Βουλής.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης γεννήθηκε το 1860 στο Βαθύ της Σάμου, που τότε ήταν αυτόνομη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διοικούμενη από χριστιανό ηγεμόνα. Ο πατέρας του Παναγιώτης Σοφούλης είχε αγωνιστεί για την αυτονομία του νησιού και ήταν ένας από τους σημαντικούς πολιτικούς παράγοντες του νησιού.

Ο Σοφούλης ως αρχαιολόγος

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στη Σάμο, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης φοίτησε αρχικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Γερμανία, όπου ειδικεύτηκε στην αρχαιολογία. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, διορίστηκε έφορος αρχαιοτήτων (1885) και αργότερα αναγορεύθηκε υφηγητής της Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ως αρχαιολόγος, συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές στη Λακωνία και τη Μεσσηνία (ήταν υπεύθυνος για τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη το 1895), ενώ δημοσίευσε πλήθος αρχαιολογικών μελετών. Όμως, η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του είχε άδοξο τέλος, όταν το Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν τον εξέλεξε τακτικό καθηγητή της Αρχαιολογίας. Τότε, ο Σοφούλης προτίμησε να επιστρέψει στη γενέτειρά του το 1899 και να ασχοληθεί με την πολιτική.

Πολιτικός στη Σάμο

Το 1900 εξελέγη πληρεξούσιος της πόλης της Σάμου στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων και σχημάτισε μία ριζοσπαστική πολιτική ομάδας, με εθνικές και προοδευτικές θέσεις, που είχε ως στόχο τη διεύρυνση των πολιτικών ελευθεριών του νησιού, τις οποίες καταπατούσαν οι χριστιανοί ηγεμόνες, κατά παράβαση των διατάξεων περί αυτονομίας του 1832. Σύντομα, ο Σοφούλης απέκτησε μεγάλη επιρροή, καταγγέλλοντας τις αυθαιρεσίες του ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση, ενώ άρχισε να έχει επαφές με το ελεύθερο ελληνικό κράτος.

Οι ενέργειές του αυτές προκάλεσαν την αντίδραση του Κοπάση, ο οποίος ζήτησε ενισχύσεις από τον Σουλτάνο για την επιβολή της τάξης, που είχε αρχίσει να διασαλεύεται από τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας των Σαμιωτών. Ο Μεχμέτ ο 5ος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του ηγεμόνα και έστειλε στο νησί το στόλο του κι ένα σύνταγμα πεζικού. Οι κάτοικοι του νησιού με τη θέα του τουρκικού στόλου ξεσηκώθηκαν, με επικεφαλής τον Σοφούλη, τον Μάιο του 1908. Γρήγορα, το κίνημα κατεστάλη και ο Σοφούλης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον νησί, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από το Κακουργιοδικείο Σάμου στις 20 Σεπτεμβρίου του 1908.

Στις 3 Μαρτίου 1912 ο Κοπάσης δολοφονήθηκε και τον διαδέχθηκε ο Γρηγόριος Βεγλερής, ο οποίος χορήγησε αμνηστία στους Σάμιους εξόριστους επί τη αναλήψει των καθηκόντων του. Έτσι, ο Σοφούλης επέστρεψε στο νησί στις 6 Σεπτεμβρίου του 1912 και με προκήρυξή του ζήτησε από τους συμπατριώτες του να ξεσηκωθούν κατά των Τούρκων. Στις σκληρές μάχες που ακολούθησαν, οι επαναστάτες είχαν σημαντικές επιτυχίες και ανάγκασαν τον τουρκικό στρατό να εγκαταλείψει το νησί στις 23 Σεπτεμβρίου 1912. Μετά από λίγες ημέρες συγκλήθηκε η συνέλευση των Σαμίων, η οποία εξέλεξε τον Σοφούλη πρόεδρό της.

Μετά την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου (5 Οκτωβρίου 1912), η Εθνοσυνέλευση των Σαμίων με ψήφισμά της κήρυξε την ένωση του νησιού με τη μητέρα Ελλάδα (11 Νοεμβρίου 1912). Ο Σοφούλης ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης της Σάμου και παρέμεινε στο νησί έως τον Απρίλιο του 1914, οπότε διορίστηκε γενικός διοικητής Μακεδονίας από την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή

Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 εξελέγη βουλευτής Σάμου με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στα χρόνια του εθνικού διχασμού, ο Σοφούλης ανέλαβε το Υπουργείο των Εσωτερικών στην κυβέρνηση της Εθνικής Αμύνης, που σχημάτισε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη στις 16 Σεπτεμβρίου του 1916. Όταν αποκαταστάθηκε η ενότητα του κράτους και ο Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία, ο Σοφούλης ανέλαβε πρόεδρος της αναβιώσασας Βουλής του 1915, που έμεινε στην ιστορία ως «Βουλή των Λαζάρων» (20 Ιουλίου 1917 - 10 Σεπτεμβρίου 1920).

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 δεν εκλέχθηκε βουλευτής, αλλά επανήλθε στη Βουλή μετά τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, ως βουλευτής Σάμου. Από τότε εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής στη συγκεκριμένη περιφέρεια, εκτός από τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933. Διατέλεσε υπουργός Εσωτερικών στις βραχύβιες κυβερνήσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου (11 Ιανουαρίου - 11 Φεβρουαρίου 1924) και του Γεωργίου Καφαντάρη (11 Φεβρουαρίου - 12 Μαρτίου 1924). Τότε εκφράσθηκε δημοσίως υπέρ της κατάργησης της βασιλείας και ανέλαβε την ηγεσία της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Στις 25 Ιουλίου του 1924, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Παύλος Κουντουριώτης, του ανέθεσε την πρωθυπουργία, την οποία προσπάθησε να ασκήσει με ήπιο και συναινετικό τρόπο. Οι προσπάθειές του δεν έφεραν αποτέλεσμα κι έτσι αναγκάσθηκε να παραιτηθεί τρεις μήνες αργότερα (8 Οκτωβρίου 1924), εξαιτίας των στασιαστικών κινήσεων στις ένοπλες δυνάμεις και κυρίως στο Ναυτικό. Το μόνο σημαντικό μέτρο της κυβέρνησής του ήταν η απαλλοτρίωση 350.000 στρεμμάτων, που αποδόθηκαν σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και σε ακτήμονες.

Το 1925 ήταν από τους λίγους πολιτικούς που κατήγγειλαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του Θεόδωρου Πάγκαλου και καταψήφισε την κυβέρνησή του. Μετά το τέλος της δικτατορίας Πάγκαλου και την επάνοδο των Βενιζελικών στην εξουσία, ο Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής (6 Δεκεμβρίου 1926 - 9 Ιουλίου 1928). Το 1928 ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και στις 17 Νοεμβρίου 1930 επανεξελέγη πρόεδρος της Βουλής και παρέμεινε στη θέση ως τις 24 Ιανουαρίου του 1933. Μετά το βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου του 1935, ο Σοφούλης συνελήφθη, δικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο και αθωώθηκε ελλείψει στοιχείων.

Με τη φυγή του Βενιζέλου στη Γαλλία το 1935, ο Σοφούλης ανέλαβε την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, το κόμμα του δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία, οπότε υπέγραψε με το «Παλλαϊκό Μέτωπο» (ΚΚΕ) το περίφημο «Σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα», χάρη στο οποίο εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 6 Μαρτίου του 1936.

Επί της προεδρίας του, η Βουλή παρέσχε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά (27 Απριλίου 1936) και διέκοψε τις εργασίες της μέχρι τις 10 Οκτωβρίου. Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Μεταξάς διέλυσε τη Βουλή και κυβέρνησε δικτατορικά μέχρι τον θάνατό του το 1941. Η αντίδραση του Σοφούλη στη δικτατορία Μεταξά υπήρξε μάλλον χλιαρή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σοφούλης παρέμεινε στην Αθήνα και συμμετείχε στην αντιστασιακή οργάνωση ΑΑΑ («Αγών, «Ανόρθωσις», «Ανεξαρτησία») του Στέφανου Σαράφη, η οποία είχε επαφές με το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Αρνήθηκε, ωστόσο, να συνεργαστεί με το ΕΑΜ και τον Ιανουάριο του 1944 το κατηγόρησε ότι αποτελούσε προμετωπίδα του ΚΚΕ για την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής δικτατορίας. Στις 19 Μαΐου 1944, οι γερμανικές αρχές τον συνέλαβαν με την κατηγορία της αντιστασιακής δράσης και τον φυλάκισαν στο Χαϊδάρι μέχρι το τέλος της Κατοχής.

Το αντιβασιλικό παρελθόν του, αλλά και η εχθρότητά του προς το ΕΑΜ, έκανε τους Βρετανούς να τον επιλέξουν ως πρωθυπουργό σε αντικατάσταση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ορκίστηκε στις 22 Νοεμβρίου του 1945 και η κυβέρνησή του διενήργησε τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στις 31 Μαρτίου 1946. Στις 4 Απριλίου 1946 παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Φιλελευθέρων, εξαιτίας του κακού αποτελέσματος του κόμματός του στις εκλογές.

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1947, σε μια κρίσιμη καμπή του Εμφυλίου Πολέμου, ανέλαβε για τρίτη φορά την πρωθυπουργία, ηγούμενος κυβέρνησης συνεργασίας με το Λαϊκό Κόμμα. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν η χορήγηση αμνηστίας στους κομμουνιστές αντάρτες που θα εγκατέλειπαν τις μονάδες τους και θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους στις αρχές. Το μέτρο αυτό είχε πενιχρά αποτελέσματα. Τον Ιανουάριο του 1949 ο Σοφούλης, αφού ανάρρωσε από σοβαρό πνευμονικό οίδημα, σχημάτισε νέα κυβέρνηση και διόρισε αρχιστράτηγο των επιχειρήσεων κατά των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού τον Αλέξανδρο Παπάγο.

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τις 24 Ιουνίου 1949, αφού ηγήθηκε τεσσάρων κυβερνήσεων. Την ημέρα εκείνη άφησε την τελευταία του πνοή στην Κηφισιά, λόγω της επιβαρυμένης υγείας του και της μεγάλης ηλικίας του. Υπήρξε πρότυπο τίμιου και αγωνιστή πολιτικού, ο οποίος υπηρέτησε τη χώρα με πνεύμα πρακτικό και πατριωτικό, χωρίς έπαρση και κομπασμό.