Γεώργιος Καφαντάρης
1873 – 1946

Ευρυτάνας πολιτικός του φιλελεύθερου χώρου, που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 6 Φεβρουαρίου έως τις 12 Μαρτίου 1924.

Ο Γεώργιος Καφαντάρης γεννήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1873 στη Φραγκίστα της Ευρυτανίας. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Καφαντάρη, που διετέλεσε Δήμαρχος Αγραίων Ευρυτανίας επί 36 συνεχή χρόνια (1876-1912). Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε τη δικηγορία αρχικά στο Μεσολόγγι και κατόπιν στην Αθήνα. Τις ελεύθερες ώρες του ασχολείτο με τη μελέτη της οικονομίας και μάθαινε ξένες γλώσσες.

Στην πολιτική αναμίχθηκε για πρώτη φορά το 1902 και τρία χρόνια αργότερα εκλέχθηκε βουλευτής Ευρυτανίας με το κόμμα του Δημητρίου Ράλλη. Αν και συντηρητικών αρχών, αντιτάχθηκε στη Βουλή στην προσπάθεια του κράτους να επέμβει στο γλωσσικό ζήτημα με σκοπό τον περιορισμό της χρήσης της δημοτικής.

Μετά το κίνημα στο Γουδή (15 Αυγούστου 1909) και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (6 Οκτωβρίου 1910), συμπαρατάχθηκε με τα παλαιά κόμματα και δεν έλαβε μέρος στις εκλογές που διενεργήθηκαν μετά τη διάλυση της Α’ Αναθεωρητικής Βουλής (28 Νοεμβρίου 1910). Ήταν, μάλιστα, ο συντάκτης της προκήρυξης, που απευθύνθηκε στο λαό και τον καλούσε σε αποχής.

Η εξέλιξη, όμως, των πολιτικών πραγμάτων της χώρας τον έπεισε ότι έπρεπε να προσχωρήσει στο Κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίο έπραξε το 1911. Του ανατέθηκε τότε η θέση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, την οποία διατήρησε για ένα χρόνο. Το 1912 εκλέχθηκε βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και στις αγορεύσεις του στη Βουλή επέδειξε τη βαθιά γνώση του σχετικά με τα οικονομικά ζητήματα της χώρας. Ήταν ο γενικός εισηγητής του προϋπολογισμού του κράτους επί σειρά ετών και υποστήριξε τη μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος.

Μετά τις εκλογές της 31 Μαίου 1915, ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και όταν εξερράγη το «Κίνημα της Εθνικής Άμυνας» (1916), ακολούθησε τον Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη. Στην αποκληθείσα «Βουλή των Λαζάρων», που συγκλήθηκε μετά την επάνοδο στην εξουσία του Ελευθερίου Βενιζέλου (Ιούνιος 1917), υποστήριξε στη Βουλή την ανάγκη εγκαθίδρυσης δημοκρατικού πολιτεύματος. Καθ’ όλη την περίοδο του «Εθνικού Διχασμού» ανήκε στην κατηγορία των αδιαλλάκτων αντιπάλων του Βασιλιά Κωνσταντίνου.

Στις 9 Ιανουαρίου 1919 ανέλαβε το Υπουργείο Γεωργίας στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και εισηγήθηκε τον νόμο 2052 της 29ης Φεβρουαρίου 1920, βάσει του οποίου αποκαταστάθηκαν οι ακτήμονες καλλιεργητές. Στις 28 Απριλίου του ίδιου χρόνου διαφώνησε με τον Βενιζέλο και παραιτήθηκε. Αντέδρασε στη διεξαγωγή των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, και προεξόφλησε την απώλειά τους για τον Βενιζέλο, όπως και συνέβη.

Μετά την επανάσταση του 1922 έγινε μέλος της διοικούσας επιτροπής του Κόμματος των Φιλελευθέρων και στην ουσία αρχηγός του. Αντιτάχθηκε στις παρεμβάσεις των στρατιωτικών στην πολιτική, καθώς και στη βίαιη μεταβολή του πολιτεύματος, προτείνοντας τη διενέργεια ελεύθερου δημοψηφίσματος.

Στην κυβέρνηση Βενιζέλου, που σχηματίστηκε μετά τον τερματισμό της επαναστατικής περιόδου και τις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923, ανέλαβε το Υπουργείο Δικαιοσύνης και πέτυχε την ψήφιση νόμων περί χορηγήσεως αμνηστίας και χάριτος, καθώς και επανέκδοσης και αποζημίωσης των εφημερίδων, την έκδοση των οποίων είχε απαγορεύσει η επανάσταση.

Όταν μετά από λίγο παραιτήθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου, ο Γεώργιος Καφαντάρης κλήθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση στις 6 Φεβρουαρίου 1924. Έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή στις 26 Φεβρουαρίου, αλλά στις 12 Μαρτίου 1924 παραιτήθηκε. Η παραίτησή του οφείλεται στην έλλειψη κατανόησης και συμφωνίας για το πολιτειακό και στη γενικότερη αδυναμία να ελεγχθεί το στράτευμα. Αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησής του υπήρξαν οι πρωτοβουλίες των συνταγματαρχών Βουτσινά και Λάγγουρα - με τη συνεργασία του στρατηγού Τσερούλη και την καθοδήγηση του Πάγκαλου - να πιέσουν την κυβέρνηση να ανακηρύξει αμέσως το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατία. Τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Γεώργιος Καφαντάρης ίδρυσε δικό του κόμμα, το Κόμμα των Προοδευτικών Φιλελευθέρων, και υποστήριξε τις μετέπειτα κυβερνήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, για να επιτευχθεί έτσι η επάνοδος του στρατού στον κύριο προορισμό του και να παύσει να αναμιγνύεται στην πολιτική.

Υπήρξε πολέμιος της δικτατορίας του στρατηγού Παγκάλου και γι’ αυτό το λόγο εξορίστηκε. Μετά την ανατροπή του Πάγκαλου και τη διενέργεια εκλογών από τον Γεώργιο Κονδύλη (7 Νοεμβρίου 1926), μετείχε στην οικουμενική κυβέρνηση, που σχηματίστηκε υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, ως Υπουργός Οικονομικών και παρέμεινε στις μετέπειτα κυβερνήσεις ευρέως και στενού συνασπισμού μέχρι την ανάληψη της κυβέρνησης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (4 Ιουλίου 1928). Επί της υπουργίας του υπήρξε ο πρωταγωνιστής της προσπάθειας για τη σταθεροποίηση της δραχμής και την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, με την ίδρυση της Τράπεζας της Ελλάδος. Πέτυχε, ακόμη, την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και τον διακανονισμό των χρεών της Ελλάδας.

Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 κατήλθε ως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών Φιλελευθερων και πέτυχε να καταλάβει τρεις έδρες. Κατά την τετραετία 1928-1932 άσκησε οξεία πολεμική κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου από τα έδρανα της αντιπολίτευσης. Στις εκλογές της 25ης Σεπτεμβρίου 1932 κατήλθε και πάλι ως αρχηγός του ίδιου κόμματος και πέτυχε να καταλάβει 15 έδρες. Στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο (16 Ιανουάριου 1933) με τη σύμπραξη όλων των βενιζελογενών κομμάτων, ο Καφαντάρης ανέλαβε το Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο διατήρησε έως τις 5 Μαρτίου 1933, οπότε παραιτήθηκε η κυβέρνηση Βενιζέλου, μετά την εκλογική νίκη του Λαϊκού Κόμματος και των συνεργαζόμενων με αυτό κομμάτων.

Μετά το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 συνελήφθη ως υποστηρικτής του. Οδηγήθηκε σε δίκη ενώπιον έκτακτου στρατοδικείου, αλλά αθωώθηκε. Μετά την πολιτειακή μεταβολή της 10ης Οκτωβρίου 1935 και την επάνοδο της βασιλείας αγωνίστηκε υπέρ της δημοκρατίας, αλλά μετά το δημοψήφισμα της 25ης Νοεμβρίου 1935 αναγνώρισε το νέο πολίτευμα και πολιτεύθηκε εντός των πλαισίων του. Συμμετείχε στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, συμπράττοντας με τους Αλέξανδρο Παπαναστασίου και Γεώργιο Παπανδρέου στο ψηφοδέλτιο του «Δημοκρατικού Συνασπισμού», που απέσπασε 7 έδρες. Ο ίδιος εκλέχθηκε βουλευτής Ευρυτανίας για τελευταία φορά.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας Μεταξά εξορίστηκε στη Ζάκυνθο, λόγω της ανένδοτης εμμονής του στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Κατά την περίοδο της Κατοχής (1941-1944) παρέμεινε στην Αθήνα, δεν αναμίχθηκε στην αντίσταση, αλλά εργάστηκε για τη μελλοντική εγκαθίδρυση του αβασίλευτου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Μετά την απελευθέρωση καταπολέμησε όλες τις σχηματισθείσες βραχύβιες κυβερνήσεις. Στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη ανέλαβε την αντιπροεδρία (22 Νοεμβρίου 1945), παραιτήθηκε όμως στις 11 Φεβρουαρίου 1946, λόγω διαφωνίας του ως προς τον τρόπο διενέργειας των εκλογών της 31 Μαρτίου, τις οποίες χαρακτήρισε εκ προοιμίου ανελεύθερες και νόθες, και δεν έλαβε μέρος σε αυτές. Αντιτάχθηκε, επίσης, στην εσπευσμένη διενέργεια του δημοψηφίσματος της 1ης Σεπτεμβρίου 1946 για το πολιτειακό και πρότεινε την αναβολή του για να διεξαχθεί σε ηρεμότερη ατμόσφαιρα.

Οι δηλώσεις αυτές υπήρξαν η τελευταία πολιτική πράξη του Ευρυτάνα πολιτικού. Αργά το βράδυ της 28ης Αυγούστου 1946 πέθανε ξαφνικά από βρογχίτιδα στο σπίτι του στη Φιλοθέη, σε ηλικία 73 ετών. Ήταν παντρεμένος με τη Μαρί Παπαλεξοπούλου, κόρη του ναυάρχου Δημητρίου Παπαλεξόπουλου. 

Ο Γεώργιος Καφαντάρης ήταν πολιτικός με προσωπικές αρχές και πεποιθήσεις, αυστηρός, άτεγκτος και άκαμπτος. Διακρινόταν για το θυμόσοφο πνεύμα του, αλλά και τη ρητορική του ρωμαλεότητα.

Εγγονή του Γεωργίου Καφαντάρη είναι η γνωστή ηθοποιός Λίλα Καφαντάρη, που διατέλεσε βουλευτίνα του ΚΚΕ και συγγενής του η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ Χαρά Καφαντάρη.