Τζακ Νίκολσον
1937

Ο Τζακ Νίκολσον είναι ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς της γενιάς του, με πολύπλευρο ταλέντο. Ξεχωρίζει τόσο για την κωμική όσο και την δραματική του φλέβα και στην πολύχρονη καριέρα έχει διακριθεί σε ρόλους αντικομφορμιστών και περιθωριακών ανθρώπων που αντιμάχονται τις κατεστημένες κοινωνικές δομές. Το διαβολικό χαμόγελό του και η αργή αποσπασματική ομιλία του παραμένουν αναλλοίωτα με το πέρασμα του χρόνου. Έχει κερδίσει τρία Όσκαρ, ενώ ήταν συνολικά υποψήφιος 12 φορές για το πολυπόθητο αγαλματίδιο.

Ο Τζον Τζόζεφ Νίκολσον γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1937 στο Νέπτσουν Σίτι της πολιτείας Νιού Τζέρσεϊ των ΗΠΑ. H μητέρα του ήταν η Τζουν Νίκολσον, χορεύτρια σε καμπαρέ και πατέρας του ο σόουμαν Ντόναλντ Ρόουζ. Όταν η μητέρα του ανακάλυψε ότι ο μελλοντικός της σύζυγος ήταν παντρεμένος, τόν εγκατέλειψε και επειδή ήταν ανήλικη την ανατροφή του μικρού Τζακ ανέλαβε η γιαγιά του.

Η κυρία Νίκολσον προσποιούταν ότι ήταν μητέρα του και η αληθινή μητέρα υποδυόταν την θεία του. Την αλήθεια, ο Τζακ Νίκολσον τήν έμαθε αρκετά μεγάλος, όταν ήταν φτασμένος καλλιτέχνης και σε μια συνέντευξή του σχολίασε με αρκετή δόση ψυχραιμίας την στιγμή της αποκάλυψης: «Ήταν μια πραγματικά δραματική στιγμή και δεν θα έλεγα ότι μού άφησε κάποιο τραύμα. Ήμουν αρκετά προετοιμασμένος ψυχολογικά».

Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, όπου είχε διακριθεί για τις υποκριτικές του επιδόσεις σε σχολικές παραστάσεις, εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες, όπου ζούσε η μεγαλύτερη αδελφή του. Εκεί βρήκε δουλειά στο τμήμα των κινουμένων σχεδίων της MGM, η επιδίωξή του όμως ήταν να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού.

Το 1957, χωρίς ιδιαίτερες σπουδές υποκριτικής, άρχισε να παίζει μικρούς ρόλους στο θέατρο και την τηλεόραση, παράλληλα με την κατάταξη του στην Εθνοφρουρά της Καλιφόρνιας, όπου υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία ως πυροσβέστης. Το 1958, τόν ανακάλυψε ο μετρ των ταινιών δεύτερης διαλογής (b-movies), Ρότζερ Κόρμαν, και του προσέφερε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ανήλικου εγκληματία στην ταινία τρόμου «The Cry Baby Killer».

Συνέχισε να παίζει ασήμαντους ρόλους σε ταινίες του Κόρμαν, να γράφει σενάρια και να κάνει «περάσματα» στην τηλεόραση, έως το 1969, την χρονιά που αναγνωρίστηκε το ταλέντό του και έγινε παγκοσμίως γνωστός, ερμηνεύοντας τον αλκοολικό δικηγόρο στην εμβληματική ταινία δρόμου του Ντένις Χόπερ «Ξένοιαστος Καβαλάρης» («Easy Rider»). Η υποκριτική του δεινότητα χαιρετίστηκε από την κριτική και τού χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ στην κατηγορία του β’ ανδρικού ρόλου.

Τον επόμενο χρόνο ήταν και πάλι υποψήφιος για Όσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στο οικογενειακό δράμα του Μπομπ Ράφελσον «Πέντε εύκολα κομμάτια» («Five Easy Pieces»). Υποδυόταν έναν εργάτη με αδιέξοδη ζωή, που σκότωνε το χρόνο του στο ποτό και το πόκερ, ενώ έπρεπε να πάρει αποφάσεις που θα καθόριζαν την μετέπειτα ζωή του.

Ακολούθησαν πρωταγωνιστικοί ρόλοι στις ταινίες «Η γνωριμία της σάρκας» («Carnal Knowledge») του Μάικ Νίκολς (1971), «Το τελευταίο απόσπασμα» («The Last Detail») του Χαλ Άσμπι (1973) και στο αριστουργηματικό νουάρ του Ρόμαν Πολάνσκι «Τσαϊνατάουν» («Chinatown»,1974). Στις δύο τελευταίες ταινίες ήταν υποψήφιος για Όσκαρ α’ ανδρικού ρόλου.

Το πρώτο Όσκαρ της καριέρας του ήρθε το 1976 για την συγκλονιστική ερμηνεία του στην ταινία του Μίλος Φόρμαν «Στη φωλιά του κούκου» («One Flew Over the Cuckoo's Nest, 1975) , στην οποία υποδυόταν έναν τρόφιμο ψυχιατρείου. Την ίδια χρονιά πρωταγωνίστησε στην ταινία του Μικελάντζελο Αντονιόνι «Επάγγελμα Ρεπόρτερ» («The Passenger») και στην ροκ όπερα των Who, «Tommy», που σκηνοθέτησε ο Κεν Ράσελ. To 1976, ξεχώρισε για τις ερμηνείες του στο γουέστερν του Άρθουρ Πέν «Οι φυγάδες του Μιζούρι» («The Missouri Breaks») και το δράμα του Ηλία Καζάν «Ο τελευταίος μεγιστάνας» («The Last Tycoon»).

Η δεκαετία του 80 ήταν πλούσια σε σημαντικούς ρόλους και διακρίσεις για τον σπουδαίο αμερικανό ηθοποιό. Ξεκίνησε με τον πρωταγωνιστικό ρόλο και την αξέχαστη ερμηνεία του στην ταινία τρόμου του Στάνλεϊ Κιούμπρικ «Η Λάμψη» («The Shining»), που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Στίβεν Κινγκ και συνεχίστηκε με τις ταινίες «Οι Κόκκινοι»(«The Reds», 1981) του Γουόρεν Μπίτι, «Η τιμή των Πρίτσι» («Prizzi’s Honor», 1985) του Τζον Χιούστον και «Δυο ξένοι στην ίδια πόλη» («Ironweed», 1987) του Χέκτορ Μπαμπένκο, στις οποίες ήταν υποψήφιος για Όσκαρ.

Ενδιάμεσα είχε ξανασυνεργαστεί με τον Μπομπ Ράφελσον στην ταινία «Ο ταχυδρόμος χτυπάει δυο φορές» («The Postman Always Rings Twice», 1981) και είχε κερδίσει το δεύτερο Όσκαρ του για την ερμηνεία του αλκολικού αστροναύτη στην ταινία του «Σχέσεις Στοργής» («Terms of Endearment») του Τζέιμς Μπρουκς. Η δεκαετία έκλεισε για τον Τζακ Νίκολσον με τις ταινίες «Οι Μάγισσες του Ίστγουκ» («The Witches of Eastwick», 1987) του Τζορτζ Μίλερ και «Μπάτμαν» (1989) του Τιμ Μπάρτον, στον ρόλο του κακού Τζόκερ.

Στην δεκαετία του 90, υποδύθηκε τον αμφιλεγόμενο συνδικαλιστή Τζίμι Χόφα στην ομώνυμη ταινία του Ντάνι Ντεβίτο και τον αυστηρό συνταγματάρχη στο δικαστικό δράμα του Ρομπ Ράινερ «Ζήτημα Τιμής» («Α Few Good Men», 1992, που του χάρισε την δέκατη υποψηφιότητά του για Όσκαρ. Το 1998, κέρδισε το τρίτο Όσκαρ της καριέρας του για τον ρόλο του μισάνθρωπου συγγραφέα στην κομεντί του Τζέιμς Μπρουκς «Καλύτερα δε Γίνεται» («As Good as it Gets»).

Στην νέα χιλιετία ο Τζακ Νίκολσον συνέχισε να ερμηνεύει κωμικούς και δραματικούς ρόλους, με σημαντικότερη στιγμή τον ρόλο του χήρου πατέρα που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την κόρη του στην ταινία του Αλεξάντερ Πέιν «Σχετικά με τον Σμιντ» ( «About Schmidt»), που τού χάρισε την 12η υποψηφιότητα για τα Όσκαρ, το απόλυτο ρεκόρ για ηθοποιό.

Ο ίδιος σκηνοθέτησε τις ταινίες «Drive, Ηe said«(1971), «Το Σταυροδρόμι του Νότου» («Goin’ South», 1978) και «Οι δύο Τζέικ» («The Two Jakes», (1990).

Στην πολυκύμαντη προσωπική του ζωή, ο Τζακ Νίκολσον παντρεύτηκε μια φορά την ηθοποιό Σάντρα Νάιτ (1962-1968), με την οποία απέκτησε μία κόρη. Από τις διάφορες σχέσεις του απέκτησε άλλα τέσσερα παιδιά, με τις συναδέλφους του Σούζαν Άνσπαχ, Ρεμπέκα Μπρουσάρ και το μοντέλο Γουίνι Χόλμαν. Ο μεγάλος του έρωτας ήταν με την ηθοποιό Αντζέλικα Χιούστον (κόρη του σπουδαίου σκηνοθέτη Τζον Χιούστον), μια σχέση που κράτησε 17 ολόκληρα χρόνια (1973-1990) με τα πάνω και τα κάτω της.