Κάρμεν

Λιθογραφία από την πρεμιέρα του 1875

Τετράπρακτη όπερα του γάλλου συνθέτη Ζορζ Μπιζέ (1838-1875), ένα από τα δημοφιλέστερα και πολυπαιζόμενα έργα του παγκόσμιου λυρικού θεάτρου. H «Εισαγωγή» και οι άριες «Χαμπανέρα» και το «Τραγούδι του Ταυρομάχου» είναι από τα γνωστότερα μέρη του έργου.

Η όπερα βασίζεται στην ομώνυμη νουβέλα του γάλλου συγγραφέα Προσπέρ Μεριμέ (1803-1870) και το λιμπρέτο έγραψαν ο Ανρί Μεγιάκ και ο Λιντοβίκ Αλεβί. Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται στη Σεβίλη του 1800. Ο δεκανέας Χοσέ λιποτακτεί και βγαίνει στην παρανομία από έρωτα για την τσιγγάνα Κάρμεν. Εκείνη, όμως, τον εγκαταλείπει για τον ταυρομάχο Εσκαμίγιο. Ο δον Χοσέ, τρελός από ζήλια τη μαχαιρώνει, την ώρα που ο Εσκαμίγιο επευφημείται από τα πλήθη.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 3 Μαρτίου 1875 στην «Οπερά -Κομίκ» του Παρισιού, με την υψίφωνο Σελεστίν Γκαλί - Μαριέ στον επώνυμο ρόλο, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το ανέβασμα του έργου στη Βιέννη στις 23 Οκτωβρίου 1875 ήταν απαρχή για τη δημοφιλία της «Κάρμεν». Όμως, ο Μπιζε δεν πρόλαβε να χαρεί την επιτυχία του δημιουργήματός του, καθώς είχε φύγει ξαφνικά από τη ζωή στις 3 Ιουνίου, σε ηλικία μόλις 37 ετών, εξαιτίας καρδιακής προσβολής.

Στην Ελλάδα, η «Κάρμεν» φαίνεται να ανέβηκε για πρώτη φορά στο Δημοτικό Θέατρο Πατρών το 1900. Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εντάχθηκε την καλλιτεχνική περίοδο 1941/1942, με τη μεσόφωνο Κίτσα Δαμασιώτη στο ρόλο της Κάρμεν.

Η «Κάρμεν» κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της όπερας. Εισάγει στο λυρικό θέατρο έναν ρεαλισμό σπάνιας εκφραστικής έντασης. Δεν είναι μία εξωπραγματική και υπερβολική ερωτική ιστορία (θέμα που κατ' εξοχήν συναντάμε στο μελόδραμα), αλλά ένας ύμνος στη γυναίκα, στην αγάπη, στο πάθος και, πάνω απ' όλα, στην ελευθερία. Είναι ένα έργο που γυρίζει την πλάτη στα παραμυθοδράματα του παρελθόντος με τις βασίλισσες, τις μάγισσες και τους ιππότες και ανεβάζει στη σκηνή εργάτες και εργάτριες, απλούς στρατιώτες, ξυπόλυτα παιδιά, χωριάτες και χωριατοπούλες.

Η μουσική είναι εμπνευσμένη άμεσα από λαϊκά ισπανικά μοτίβα. Το θέμα τής Κάρμεν (θέμα του θανάτου) χρησιμοποιεί το διάστημα δευτέρας αυξημένης, που είναι δάνειο από την τσιγγάνικη μουσική κλίμακα, ενώ αξιοσημείωτη είναι η ενορχήστρωση, όπως και η ισορροπία φωνών και ορχήστρας.

Πρόσωπα του έργου

  • ΘΟΥΝΙΓΚΑ, υπολοχαγός (μπάσος)
  • ΧΟΣΕ, δεκανέας (τενόρος)
  • ΜΟΡΑΛΕΣ, δεκανέας (βαρύτονος)
  • ΕΣΚΑΜΙΓΙΟ, ένας ταυρομάχος (βαρύτονος)
  • ΝΤΑΝΚΑΪΡΟ, ένας λαθρέμπορος (τενόρος)
  • ΡΕΜΕΝΤΑΔΟ, ένας λαθρέμπορος (βαρύτονος)
  • ΚΑΡΜΕΝ, μια νεαρή τσιγγάνα (σοπράνο)
  • ΦΡΑΣΚΙΤΑ, μια τσιγγάνα (σοπράνο)
  • ΜΕΡΣΕΔΕΣ, μια τσιγγάνα (κοντράλτο)
  • ΜΙΚΑΕΛΑ, μια χωριατοπούλα (σοπράνο)
  • ΛΙΛΑΣ ΠΑΣΤΙΑ, πανδοχέας
  • ΧΟΡΩΔΙΑ: Στρατιώτες, παλικάρια, εργάτριες στο καπνεργοστάσιο, οπαδοί του Εσκαμίγιο, τσιγγάνοι, έμποροι και πωλητές πορτοκαλιών, αστυνομικοί, ταυρομάχοι, λαός, άστεγα παιδιά.

Υπόθεση

ΤΟΠΟΣ: Σεβίλλη, Ισπανία
ΕΠΟΧΗ: 1800

Πρώτη Πράξη

Μία ομάδα στρατιωτών, περιμένοντας την αλλαγή φρουράς, χαζεύουν γύρω στο φρουραρχείο που βρίσκεται απέναντι από το καπνεργοστάσιο. Η ευγενική Μικαέλα εμφανίζεται αναζητώντας τον Χοσέ, φέρνοντας μήνυμα από τη μητέρα του. Ο υπολοχαγός Θούνιγκα της λέει να περιμένει τον Χοσέ, αλλά αυτή αρνείται. Αυτός έρχεται για την αλλαγή φρουράς και η πλατεία γεμίζει. Οι εργάτριες βγαίνουν από το εργοστάσιο και ανάμεσά τους είναι η Κάρμεν, που έχει τους πιο πολλούς θαυμαστές. Τους αποκρούει όλους, εκτός από τον Χοσέ, ο οποίος είναι αδιάφορος στη γοητεία της. Χαμπανέρα: «Ο έρωτας είναι ένα πουλί». Του πετάει τα λουλούδια της προσπαθώντας να τον κερδίσει. Αυτό κεντρίζει τον Χοσέ και υποκύπτει στη μαγεία της γοητείας της Κάρμεν. Η Μικαέλα, που αγαπάει τον Χοσέ, επιστρέφει με το γράμμα της μητέρας του. Χοσέ: «Πες μου για τη μητέρα μου». Συγκινημένος από την αφοσίωση της κοπέλας, ετοιμάζεται να πετάξει τα λουλούδια μακριά, όταν ακούγεται οχλαγωγία, απ’ τη μεριά του εργοστασίου. Η Κάρμεν έχει πληγώσει μία απ’ τις κοπέλες σε καυγά κι έχει συλληφθεί, αλλά μετά από παρέμβαση του Δον Χοσέ το σκάει, κι αυτός υπόσχεται να τη συναντήσει. «Κοντά στα τείχη της Σεβίλλης».

Δεύτερη Πράξη

Βράδυ στο χάνι των λαθρεμπόρων. Οι τσιγγάνοι και οι λαθρέμποροι χορεύουν και τραγουδούν. «Το γοργό, ηχηρό τυμπανάκι». Ο ταυρομάχος Εσκαμίγιο καλωσορίζεται με φωνές. Όλοι τραγουδούν: «Στη μάχη, τορέρο». Ο αρχηγός, που είναι ερωτευμένος με την πανέμορφη Κάρμεν, την ευχαριστεί λέγοντάς της ότι η φυλάκιση του Δον Χοσέ επειδή τη βοήθησε να το σκάσει, πήρε τέλος. Ο Χοσέ φθάνει. «Αλτ! Ποιος είν’ εκεί;» Η Κάρμεν τον προτρέπει να λιποτακτήσει και να ενωθεί με τους λαθρέμπορους, αλλά αυτός αρνείται· όμως όταν εμφανίζεται ο Θούνιγα και τον διατάζει να βγει έξω, τραβιούνται τα σπαθιά. Η Κάρμεν φωνάζει για βοήθεια. Ο υπολοχαγός νικιέται από τους λαθρέμπορους και η Κάρμεν, ο Δον Χοσέ και οι λαθρέμποροι δραπετεύουν στο βουνό. Ντουέτο και χορός, Κάρμεν και Δον Χοσέ: «Θα χορέψω προς τιμήν σου».

Τρίτη Πράξη

Στέκι των λαθρεμπόρων. Η άστατη αγάπη της Κάρμεν για τον Χοσέ λιγοστεύει. Ο Εσκαμίγιο, μη αναγνωρίζοντας το Χοσέ, του εξομολογείται την αφοσίωσή του στην Κάρμεν. Αυτό προκαλεί μία μάχη στα χαρτιά. Τρίο πάνω στα χαρτιά: «Ανακάτεψε, ανακάτεψε, κόψε, κόψε». Οι αντίζηλοι χωρίζονται από την Κάρμεν και τους λαθρέμπορους. Ντουέτο:«Είμαι ο Εσκαμίγιο ». Ο Εσκαμίγιο αποχωρεί, αφού πρώτα τους προσκαλεί όλους να πάνε στην ταυρομαχία. Εμφανίζεται η Μικαέλα (Άρια: «Εδώ είναι το φρούριο των λαθρεμπόρων»), προτρέποντας το Χοσέ να σπεύσει κοντά στην ετοιμοθάνατη μητέρα του. Αυτός διστάζει, αλλά επικρατεί ο καλός εαυτός του και φεύγει με τη Μικαέλα.

Τέταρτη Πράξη

Έξω από μια αρένα. Η ταυρομαχία κοντεύει ν’ αρχίσει. Ο Εσκαμίγιο αφήνει την Κάρμεν για να μπει στην αρένα. Η Κάρμεν τού έχει υποσχεθεί να γίνει δική του αν νικήσει. Οι φίλοι της Κάρμεν την προειδοποιούν ότι ο Χοσέ την ψάχνει. Ο Χοσέ, απελπισμένα ερωτευμένος ακόμα (Ντουέτο, Κάρμεν και Χοσέ: «Είσαι συ; Είμαι εγώ»), συναντάει την Κάρμεν. Με την άρνησή της να του χαρίσει την αγάπη και την πίστη της, και βλέποντας τη χαρά της Κάρμεν για τη νίκη του Εσκαμίγιο, τη μαχαιρώνει κι αυτή ξεψυχάει, τη στιγμή που ο νικητής Εσκαμίγιο επιστρέφει.