Τόσκα

Φωτογραφία προ του 1914, από παραγωγή της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης

Τρίπρακτη όπερα του Τζάκομο Πουτσίνι, από τα δημοφιλέστερα έργα του λυρικού ρεπερτορίου. Θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του ιταλικού βερισμού (ρεαλισμού).

Η Τόσκα, μία τραγική ερωτική ιστορία με πολιτικό φόντο, εκτυλίσσεται στη Ρώμη του 1800, όταν την Αιώνια Πόλη κυβερνούσαν αυταρχικά οι Βουρβώνοι. Η Φλόρια Τόσκα (ερμηνεύεται από σοπράνο), μια δημοφιλής τραγουδίστρια της εποχής, είναι ερωτευμένη με τον ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσι (ερμηνεύεται από τενόρο). Ο βαρώνος Σκάρπια (ερμηνεύεται από βαρύτονο), αρχηγός της αστυνομίας του καθεστώτος, συλλαμβάνει τον Καβαραντόσι για τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Όταν η Τόσκα του ζητά να απελευθερώσει τον αγαπημένο της, αυτός δέχεται, αλλά υπό έναν όρο: να υποκύψει στις ορέξεις του…

Η δημιουργία της όπερας πέρασε από χίλια κύματα. Ο συνθέτης είδε το ομώνυμο θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού το 1887 στο Παρίσι, με τη Σάρα Μπερνάρ στο ρόλο της Τόσκα. Ενθουσιάστηκε και διαμήνυσε στον ατζέντη του να του κλείσει τα δικαιώματα του έργου για να το μεταφέρει στην όπερα. Το ίδιο έπραξαν και ο διάσημος συνάδελφός του Τζουζέπε Βέρντι και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τελικά, ο Βέρντι αποσύρθηκε, επειδή διαφωνούσε με το φινάλε του Σαρντού. Ο Φρανκέτι κέρδισε τα δικαιώματα, αλλά γρήγορα αποσύρθηκε, επειδή η έμπνευση τον είχε εγκαταλείψει και δεν μπόρεσε να συνθέσει μια μουσική αντάξια του έργου.

Έτσι, ο δρόμος έμεινε ανοιχτός για τον Πουτσίνι, ο οποίος δεν φάνηκε ζεστός, επειδή δεν είχε προτιμηθεί στην αρχή. Τελικά πείστηκε να συνθέσει την όπερα σε λιμπρέτο των Λουίτζι Ιλικα και Τζουζέπε Τζακόζα. Το Οκτώβριο του 1899 η όπερα ήταν έτοιμη, δώδεκα χρόνια μετά το αρχικό ενδιαφέρον του Πουτσίνι.

Η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1900 στο θέατρο Κοντσάντσι της Ρώμης, παρουσία όλης της καλής κοινωνίας. Παρέστη σύσσωμη η πολιτειακή και η πολιτική ηγεσία της Ιταλίας και πολλοί άνθρωποι της μουσικής, όπως οι συνθέτες Πιέτρο Μασκάνι, Φραντσέσκο Τσιλέα και ο Αλμπέρτο Φρανκέτι. Τον επώνυμο ρόλο ερμήνευσε η ρουμάνα σοπράνο Χαρίκλεα Νταρκλέ, η οποία ήταν ελληνικής καταγωγής και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Μαυροκορδάτων (Χαρίκλεια Χαρτουλάρη το πατρικό της όνομα). Οι συντελεστές της παράστασης και ο ίδιος ο Πουτσίνι γνώρισαν την αποθέωση και το παρατεταμένο χειροκρότημα των παρισταμένων.

Από την πρώτη στιγμή, το έργο άγγιξε το κοινό της όπερας κι έγινε ένα από τα αγαπημένα του. Στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής μπήκε στις 27 Αυγούστου 1942, μεσούσης της γερμανικής κατοχής. Παρουσιάσθηκε στο θέατρο Παρκ της Πλατείας Κλαυθμώνος, με τη 19χρονη Μαρία Καλογεροπούλου (αργότερα Κάλλας) στον κεντρικό ρόλο, υπό τη μουσική διεύθυνση του Σώτου Βασιλειάδη. Τον ρόλο της Τόσκα, εκτός της πρώτης διδάξασας Νταρκλέ και της Κάλας, έχουν δοξάσει οι υψίφωνοι Ζίνκα Μιλάνωφ, Μονσεράτ Καμπαγιέ, Μιρέλα Φρένι, Ράινα Καμπαϊβάνσκα, Ρενάτα Σκότο και Άντζελα Γκεοργκίου.