Παλιάτσοι

Δημοφιλής όπερα, με πρόλογο και δύο πράξεις, του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο (1857-1919). Είναι η μόνη παιζόμενη σήμερα όπερα του ιταλού μουσουργού. Ξεχωρίζει η άρια του τενόρου Vesti la giubba (Βάλε το κοστούμι).

Οι Παλιάτσοι (Pagliacci ο πρωτότυπος ιταλικός τίτλος) ήταν μια αντίδραση του Λεονκαβάλο στον Ρίχαρντ Βάγκνερ και τη ρομαντική ιταλική όπερα. Αντί για ένα ιστορικό πλαίσιο, στους Παλιάτσους έχουμε μία ιστορία της καθημερινής ζωής, μια αιματοβαμμένη ερωτική ιστορία, στους κόλπους ενός περιοδεύοντος θεατρικού μπουλουκιού, που εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του 1860 στο χωριό Μοντάλτο της Καλαβρίας, ανήμερα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο ήρωας της όπερας είναι ο παλιάτσος Κάνιο, που γελάει εξωτερικά, κλαίει εσωτερικά και στο τέλος μαχαιρώνει τη γυναίκα του Νέντα και τον εραστή της Σίλβιο.

Το έργο εντάσσεται στην κατηγορία του μουσικού βερισμού (του ιταλικού ρεαλισμού), που δόξασε ο φίλος του Λεονκαβάλο, Τζιάκομο Πουτσίνι. Ο Λεονκαβάλο, όπως και στις περισσότερες όπερές του, έγραψε ο ίδιος το λιμπρέτο κι έδειξε πως είχε λογοτεχνική κλίση και αντίληψη για τα θεατρικά εφέ.

Η πρεμιέρα των Παλιάτσων δόθηκε στις 21 Μαΐου 1892 στο Τεάτρο νταλ Βέρμε του Μιλάνου, υπό τη διεύθυνση του Αρτούρο Τοσκανίνι. Το 1893 ακολούθησε η πρεμιέρα σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη. Η επιτυχία του έργου ήταν άμεση και συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Ο Λεονκαβάλο ποτέ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την επιτυχία των Παλιάτσων, με αποτέλεσμα οι υπόλοιπες όπερές του να παραμένουν στην αφάνεια. Το έργο διαρκεί γύρω στα 70 λεπτά και συχνά παίζεται σε ενιαία παράσταση με την όπερα του Πιέτρο Μασκάνι Cavalleria Rusticana (Αγροτική Ιπποσύνη), η οποία αποτέλεσε πρότυπο για τη συγγραφή των Παλιάτσων.

Αμέσως μετά την πρεμιέρα του έργου, ο γάλλος ποιητής Κατίλ Μεντέ (Cattule Mendes) κατέθεσε αγωγή κατά του Λεονκαβάλο για λογοκλοπή, ισχυριζόμενος ότι οι Παλιάτσοι βασίζονται στο θεατρικό έργο του La Femme de Tabarin, που είχε γράψει το 1887. Ο Λεονκαβάλο κέρδισε τη δίκη, υποστηρίζοντας ότι την ιστορία τού την είχαν διηγηθεί, όταν ήταν μικρός και ο πατέρας του που ήταν δικαστής είχε αναμιχθεί στην υπόθεση. Σήμερα, η πλειονότητα των κριτικών υποστηρίζει ότι το λιμπρέτο των Παλιάτσων μοιάζει με το θεατρικό του Μεντέ και για το λόγο ότι κατά την περίοδο της παρουσίασής του στο Παρίσι ο Λεονκαβάλο διέμενε στη γαλλική πρωτεύουσα και δεν είναι απίθανο να είχε δει το έργο.

Το πιο γνωστό τμήμα των Παλιάτσων είναι η περίφημη άρια της πρώτης πράξης Vesti la giubba (Βάλε το Κοστούμι), που τραγουδά ο Κάνιο, γνωστή σε μας και ως Γέλα Παλιάτσο, από τον στίχο «Ridi Pagliaccio». Ένα απόσπασμα στα ελληνικά:

…Βάλε το κοστούμι, την μπογιά και την πούδρα.
Ο κόσμος πληρώνει για να τον κάνεις να γελάσει…
…Γέλα Παλιάτσο, γιατί η αγάπη σου τελείωσε!
Γέλα για τη θλίψη που σου ματώνει την καρδιά!»

Έχει υποστηριχθεί ότι η άρια είναι πιστή αντιγραφή της ρομάντσας από την όπερα Λιονέλα του δικού μας Σπύρου Σαμάρα, συνθέτη του Ολυμπιακού Ύμνου, μεταξύ άλλων.

Οι Ρόλοι των «Παλιάτσων»

  • Κάνιο, αρχηγός του περιπλανώμενου θιάσου (Τενόρος)
  • Νέντα, γυναίκα του Κάνιο, ερωτευμένη με τον Σίλβιο (Σοπράνο)
  • Τόνιο, ο τρελλός (Βαρύτονος)
  • Μπέπε, ηθοποιός (Τενόρος)
  • Σίλβιο, νεαρός χωρικός, ερωτευμένος με την Νέντα (Βαρύτονος)
  • Χορωδία χωρικών

Σχετικά

  • Η επιτυχία των Παλιάτσων οφείλεται και στην ηχογράφηση της άριας Vesti la giubba από τον διάσημο τενόρο Ενρίκο Καρούζο το 1904. Ο δίσκος, ορόσημο στην ιστορία της δισκογραφίας, ήταν ο πρώτος που πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα.
  • Οι Παλιάτσοι είναι η πρώτη όπερα που ηχογραφήθηκε ολοκληρωμένα το 1907, με τον πορτορικανό τενόρο Αντόνιο Πάολι στο ρόλο του Κάνιο και υπό την επίβλεψη του ίδιου του Λεονκαβάλο.
  • Το 1931 έγινε η πρώτη όπερα του ομιλούντος κινηματογράφου, με πρωταγωνιστή τον ιταλό τενόρο Φερνάντο Μπερτίνι.
  • Οι Παλιάτσοι έχουν ηχογραφηθεί πάμπολλες φορές, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του '50. Έχουν αναφερθεί 137 ηχογραφήσεις της όπερας, με τα σπουδαιότερα ονόματα του λυρικού θεάτρου.
  • Στην ταινία του Μπράιαν Ντε Πάλμα Οι Αδιάφθοροι (1987), o Αλ Καπόνε, τον οποίο υποδύεται ο Ρόμπερτ ΝτεΝίρο, παρακολουθεί την όπερα κλαίγοντας, όταν ένας μπράβος μπαίνει και του λέει ότι σκότωσε έναν αστυνομικό. Ο Καπόνε τότε σταματά το κλάμα και αρχίζει να γελάει σιγανά.