Ελεγείον εις τον πρώην βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα Α’

Αν πάντες εσιώπησαν οι άνανδροί σου φίλοι,
    Ους από σκότος έφερες βαθύ εις την ημέραν·
Εαν δέν ήνοιξε κανείς και δια σε τα χείλη,
    Κ’ εις λήθην σ’ έγκατελειψαν θανάτου βαρυτεραν,
 Εγώ, ο πριν πολέμιος, εν δάκρυον θα χύσω.
    Δεν λησμονώ, καθώς αυτοί, πως βασιλεύς μου ήσο!

Οι δυστυχείς!... Εξέπνευσεν ο άλλοτε θεός των,
    Ο βασιλεύς, ο φίλος των, έξοριστος και μόνος,
Και δεν υγράνθη—Ύψιστε Θεέ! — ο οφθαλμός των, 
    Κ’ εις δεν ηκούσθη δι’ αυτόν ευγνωμοσύνης στόνος!
«Ο βασιλεύς απέθανεν, ο βασιλεύς πλην ζήτω!» 
    Ιδού ο επιτάφιος των φίλων του τίς ήτο…

Συγγνώμην, φίλοι μου νεκροί της Κύθνου, της Ναυτιλίας,
    Εάν εγώ ύπέρ αυτού πικράν ωδήν τονίσω·
Ήξεύρω ποίας είχατε άγγελικάς καρδίας...
    Σεις, άκλαυστον δεν θέλετε τον Όθωνα ν’ αφήσω!
Α, όχι, όχι· δι’ αυτόν τας χείρας σας κινείτε,
    Και τας πληγάς σας κρύπτοντες, να ψάλω με καλείτε…

Ω, ναι· μακράν από εμέ η έχθρα και τα μίση·
    Τον τάφον δέν υπερπηδά παθών γήινων κύμα.
Ό ψάλτης θρόνους δύναται Καισάρων να κτυπήση
    Πλην ευλαβείται τους νεκρούς, πλην συμπονεί το μνήμα.
Φευ, είναι τόσον ιερόν το άφωνον μνημείον,
    Και έτι ιερώτερον το πίπτον μεγαλείον!

Α όχι· δέν παλινωδώ, είμ’ άνθρωπος και κλαίω!
    Όλους τους κλαίω, και αυτούς τους βασιλείς ακόμα…
Με παν ό,τι ύπέφερε την μοίραν μου συνδέω,
    Και είναι όμμα προσφιλές το δακρυσμένον όμμα!
Μισώ, μισώ τα στέμματα τα γαύρως υψωμένα,
    Άλλ’ αγαπώ πλειότερον πολύ τα συντετριμμένα...

Αν κατ’ Εκείνου άλλοτε παράφορος αφέθην, 
    Φερόμενος υπό πνοήν ορμητικών λαιλαπών·
Αν τον ετόξευσα κ’ εγώ εις των παθών την μέθην,
    Τον ηγεμόνα πολεμών τον Όθωνα ηγάπων!
Και όταν, όταν έδωκε της ειμαρμένης δίκην,
    Εστέφθην με κυπάρισσον ευθύς μετά την νίκην—.

Ο ατυχής!... Κακός αυτός ποτέ, ποτέ δέν ήτο·
    Ήτο παράδοξος ψυχή, άλλ’ εκλεκτή καρδία.
 Επλάσθη δια το καλόν κ’ είς άλλα έκινείτο·
    Τον έρριψεν η πεισμονή, άλλ’ όχ’ η δυστροπία.
Δεν μας εμίσει, και την γην του ύψους του επόνει.
    - Κατηραμέν’ οι φίλοι του κ’ η πεισμονή του μόνη!

Ημείς δεν τον ερρίψαμεν του θρόνου του εκείνον·
    Τον έρριψε τών φίλων του το ψεύδος κ’ ή κακία.
Εκείνα εφαρμάκωσαν το πριν ευώδες κρίνον,
    Και μαραμένον, λαίλαπος το έσυρε μανία...
Η μνήμη επονείδιστος των φίλων του να μείνη ! 
    Δέν τον έρρίψαμεν ημείς, τον έρριψαν εκείνοι.

Ημείς τον ηγαπήσαμεν, τον είχομεν κυκλώσει 
    Ως τέκνα του, ως εθνικές υπάρξεως αστέρα!
Φευ! εις τους όφεις διατί ακρόασιν να δώση;
    Δεν ήθελε να τον καλούν οι Έλληνες πατέρα;
Ω, πως μας παρεγνώρισεν· ώ, πόσον μετεβλήθη! 
    Και όμως έφερε πατρός καρδίαν εις τά στήθη—.

Πολλάκις, ο απόμαχος λιμώττων του αγώνος,
    Επέτα εις τ’ ανάκτορα, τους υπουργούς αφίνων,
Κ’ εκ του καλού ημείβετο εκείνου Ηγεμόνος.
    Εις την αυλήν του έβλεπες τους πρώτους των Ελλήνων, 
Τον Γρίβαν και τον Νοταράν, Μιαουλην και Γενναίον,
    Καί όχι, όχι συρφετόν αγνώριστον, τυχαίον!..

Εκείνος την Ελλάδα μας επρόφθασεν ωραίαν
    Μόλις εξήλθε του λαμπρού επταετους αγώνος· -    
Φορούσαν των Θερμοπυλών την περικεφαλαίαν,
    Και λόγχην εις τας χείρας της κρατούσαν Αμαζόνος!
Την είδεν όλην λάμπουσαν και χειροκροτουμένην,
    Και με αγκάλην εις αυτήν ερρίφθη ανοιγμένην…

Ω Χρόνε, μοχθηρέ θεέ! το παν μεταμορφόνεις·
    Ουδέν λυπείσαι, καί ουδέν σέ είπε ποτέ «στάσου!»
Βαίνεις, και όλα γίνονται προ των ποδών σου κόνις.
    Ποτέ δέν έφοβήθην τι παρα το βάδισμά σου !
Εμπρός, αείποτε εμπρός·  αμείλικτος κινείσαι,
    Και προχωρείς… Ώ, βάδιζε κ’ επάρατος να ήσαι!

Ειπέ, ειπέ τί έγεινε, τί έγεινεν, ώ γέρον,
    Εκείνος, ον μας έφερες ωραίον νεανίαν,
Αγνόν και αναμάρτητον, και ον ησπάσθη χαίρον
    Το ΄Εθνος;.. Φευ, τον έπεμψες μακράν εις εξορίαν,
 Αμαρτωλόν, μεσήλικα, με δάκρυ μετανοίας,
    Εκπνέοντα πάσαν στιγμήν υπό της νοσταλγίας!

Τί άρα, τί εσκέπτετο εξόριστος; οποίας
    Κολάσεις θα υπέφερε σιγών;...Θα ενθυμείτο 
Την ώραν, καθ’ ην έφηβος ίππευε προ της Ναυπλίας
    Από εν έθνος ευγενές θερμώς επευφημείτο·
Την τότε μέθην, τας λαμπράς ελπίδας, και ακόμα 
    Πως επανείδεν ύστερον το πάτριόν του δώμα!...

— Εύλογημένη η μνήμη σου αμέριμνος κοιμήσου !
Σέ αμνηστεύει, ω νεκρέ, το έθνος των Ελλήνων.
    Δεν έπταισ’ η καρδία σου, θ’ έσφαλ’ η ζωή σου· 
Υπήρξες μόνον ατυχής κ’ εις εποχάς κινδύνων. 
    Ειρήν’ εις του μνημείου σου, Μονάρχα, την σκοτίαν
Καρδίαν είχες Έλληνος, αν όχι και πορείαν.,..

Ναι, ήτον Έλλην βασιλεύς κ’ ιππότου είχεν αίμα.
    Τον ένθυμείσθε, Έλληνες, τον ένθυμείσθε έτι,
Με του αγώνος την στολήν και με το σώφρον βλέμμα;
    Οίμοι· τί κάμνουν οι καιροί, τί φέρουσι τα έτη !
Τον ενθυμείσθε μέ λευκήν χωρούντα φουστανέλλαν
    Όμού μέ τον Νικηταράν, ομού με τον Τζαβέλλαν ;_

Με είπον ότι με αυτήν ετέθ’ υπό το μνήμα·
    Την ήθελε και σάβανον την παλαιάν του φίλην…    
Ότι υπήρξεν η Ε λ λ ά ς το ύστατόν του ρήμα,
    Και ότ’ υψώθ’ εις τ’ ουρανού την χρυσωμένην πύλην 
Το όνομά της ευλογών και στρέφων προς εκείνην
    Με θολωμένον οφθαλμόν, μ’ άνέκφραστον οδύνην!

Κοιμού, ψυχή περίλυπος! κ’ εις το ψυχρόν σου δώμα 
    Συγχώρει, ως σε συγχωρεί, το έθνος των Ελλήνων.
Ω, είναι πλέον έλαφρόν του στέμματος, το χώμα,
    Και ύπ’ αυτό την κεφαλήν την κουρασμένην κλίνον…
Κοιμού, Μονάρχα δυστυχή· Μονάρχα μου, κοιμήσου·
    Είχε καιρόν να κοιμηθή η άγρυπνος ψυχή σου!

Ω! άνθη, άνθη εύοσμα του Υμηττού του δότε,
    Του όρους του τού προσφιλούς, την μνήμην του να κάνω’
    Ολίγον χώμα δότε με της γης μας, πατριώται,
Να ρίψω εις το σκυθρωπόν μνημείον του επάνω!
    Το χώμα της πατρίδος του ως ξένον τον βαρύνει,
Και χώμα θέλει αττικόν ή ζοφερά του κλίνη.—

Ναι! φέρετε το λείψανον το παραπονεμένον
    Εις την ωραίαν Αττικήν, δι’ ην επόνει τόσον· 
Μνημείον σκάψετ’ ευσεβές εις χώρον ανθισμένον,
    Του κυανού μας ουρανού να δέχεται τήν δρόσον!
Τρεις πήχεις δότε κ’ εις αυτόν εις τα βασίλειά του,
    Να μη πλανάτ’ εξόριστος ακόμη κ’ η σκιά του...

Υψώσατε τον εκ λευκού μαρμάρου μαυσωλείον
    Εν μεσω του Νικηταρά, του Γρίβα, του Γκρηζιώτη·
Πλησίον του Πετρομπεη, του Βότσαρη πλησίον,
    Ο βασιλεύς με τον νεκρόν στρατόν του να υπνώττη.
Και θέσατέ τον μεταξύ των πρώτων του άγώνος·
    Αυτός ας μη του αρπαγή τουλάχιστον ο θρόνος!...

(1868)