Μικράτα

Μικρός κι εγώ, μικρή και συ,
ω Ήβη τ’ ουρανού χρυσή!
Κι οι δύο ταιριασμένοι.
Κι οι δύο μ’ αθωότητα
και ψυχική απλότητα
γλυκά αγαπημένοι.

Ο Έρωτας μας αγαπά·
τα στήθη μας δεν τα τρυπά
με τα πικρά του βέλη·
αλλ’ άοπλος και άκαυστος,
γλυκύς μας φίλος άπαυστος
τες χάρες του μας στέλλει.

Το Ερωτάκι το μικρό,
γλυκύ, αλλ’ όχι και πικρό,
εις τους μικρούς πηγαίνει.
Στους όμοιούς του φέρεται
και τα αθώα χαίρεται
και στα αθώα μένει.

Τους δε μεγάλους παραιτά,
από το μέρος τους πετά,
στο γένος τους δεν κλίνει.
Πετά, και εις τον τόπον του
κατά συνήθη τρόπον του
την μάνα του αφήνει.

Έλα λοιπόν προς το παρόν,
ενόσω έχομεν καιρόν,
προτού να μας αφήση,
να τον χαρούμε σήμερα
με παιγνιδάκια ήμερα
φωνάζοντες: - Να ζήση!