Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΔ’

     Μετά πεντάωρον οδοιπορίαν, ότε οι εκστρατεύοντες εξ Άρτης ζηλωταί Τούρκοι είχον φθάσει εις ύψωμά τι, ο Μουχτάρ Κλεισούρας, εκ συμφώνου μετά των περί αυτόν προκρίτων αγάδων, είχεν αποφασίσει να πέμψη επιστολήν προς τον Χρήστον Μηλιόνην.
    Τότε ο κήρυξ ανέβη επί σκοπιάν τινα και έκραξεν ότι όστις θέλει να παρουσιασθή εις τον αρχηγόν δι’ εμπιστευτικήν αποστολήν. Εν τούτοις ουδείς ήτο πρόθυμος να παρουσιασθή.
    Λεληθότως είχε ψιθυρισθεί εις τας τάξεις των στρατευόντων, ότι ο αρχηγός σκοπόν είχε να πέμψη διαγγελέα προς τον κλέφτην των βουνών, προσκαλών αυτόν να παραδοθή. Και επειδή οι άνθρωποι εκείνοι ήσαν καθ’ υπερβολήν δύσπιστοι, ουδείς αυτών ετόλμα να προσέλθη εθελοντής διά την αποστολήν ταύτην.
    Ο Μουχτάρ Κλεισούρας ήτο έτοιμος να βλασφημήση και ήδη εσχημάτιζε καθ’ εαυτόν τας λέξεις, ας έμελλε να εκστομίση ενώπιον των επιτελών του, αν δεν εκωλύετο. Ο ανήρ ούτος είχε συναναστραφή πολύ με τους Έλληνας οπλαρχηγούς και διά τούτο είχεν ελευθέραν την γλώσσαν.
    -Χίλιοι διαβόλοι να σας σηκώσουν! τα τσακάλια να τραβούν τα κορμιά σας και οι χοίροι να φάγουν τα πρόσωπά σας!
    Η επίκλησις του ονόματος τούτου παρ’ ολίγον έμελλε να επενέγκη το ποθούμενον αποτέλεσμα παρά τοις μουσουλμάνοις, οίτινες εθώρουν βλασφημίαν και αυτήν την μνείαν του είδους τούτου των ζώων. Αλλ’ όμως πριν τελειώση ο αρχηγός τας βλασφημίας του, νέος τις Τούρκος ενεφανίσθη ενώπιον αυτού. Ούτος ήτο ο άγνωστος εκείνος, ον οι γείτονές του ουδέποτε είχον ιδεί και όστις είχεν είπει αυτοίς ότι ήλθε τελευταίον εκ της Ανατολής, ως ενθυμούνται οι αναγνώσται. Ούτος προσελθών εις τον αρχηγόν έκαμε βαθύτατον τεμενάν, και εστάθη μετά μεγίστου σεβασμού περιμένων τας διαταγάς του.
    -Ποίος είσαι συ, κουζούμ; τον ηρώτησεν ο Μουχτάρ Κλεισούρας.
    -Πιστός μουσουλμάνος, απήντησε μετά συστολής ο άγνωστος.
    -Και τι ζητείς;
    -Περιμένω να με διατάξη ο εφέντης ό,τι θέλει.
    -Ημπορείς να φέρης την γραφήν αυτήν εις τον Χρήστον Μηλιόνην;
    -Ημπορώ, απήντησεν αδιστάκτως ο νεαρός Τούρκος.
    -Ηξεύρεις τους δρόμους;
    -Ηξεύρω, απήντησεν ουχί μετ’ ίσης σταθερότητος.
    -Ηξεύρεις το λημέρι του Χρήστου Μηλιόνη;
    -Θα το εύρω.
    -Πρέπει να γίνεις τεπτήλ, διότι άλλως οι χωρικοί θα σε προδώσουν.
    -Θα γίνω τεπτήλ.
    -Έχει καλώς.
    Εν τω μεταξύ είς των επιτελών είχε κύψει εις το ους του Μουχτάρ και τω ωμίλει κρυφίως.
    Ο νέος εκείνος είχε προσηλώσει το βλέμμα εις τους δύο συνομιλούντας και εφαίνετο επιθυμών να μαντεύση εκ της εκφράσεως του βλέμματός των τι έλεγον προς αλλήλους.
    -Το ξεύρεις καλά; έλεγεν ο Κλεισούρας.
    -Το πιστεύω, απήντα ο έτερος Τούρκος.
    -Από πού;
    -Πρέπει να στείλωμεν άνθρωπον πιστόν.
    -Και ποίος σοι λέγει ότι αυτός ο νέος δεν είναι πιστός;
    -Αυτός πρώτην φοράν παρουσιάζεται, κανείς δεν τον γνωρίζει.
    -Αλήθεια;
    -Βέβαια. Ερώτησε το ασκέρι αν τον έχουν ιδεί ποτέ.
    Ο Μουχτάρ Κλεισούρας εκάλεσε πέντε ή έξ εκ των εθελοντών και τους ηρώτησεν, αν εγνώριζον τον νέον Τούρκον. Πάντες απήντησαν ομοφώνως, ότι πρώτην φοράν τον έβλεπον.
    Ο Μουχτάρ Κλεισούρας ευρέθη εις μεγάλην αμηχανίαν. Ένθεν μεν οι άνδρες του στρατού απεφαίνοντο ότι δεν ήτο αξιόπιστον πρόσωπον ο νεαρός εκείνος Τούρκος, ένθεν δε ουδείς των άλλων προσήρχετο πρόθυμος, όπως κομίση την επιστολήν προς τον Χρήστον Μηλιόνην.
    Τέλος ο Κλεισούρας διενοήθη, ότι, αφού αυτός ήτο αρχηγός, ηδύνατο και όφειλε να πέμψη κατ’ εκλογήν ένα εκ των στρατιωτών του κομιστήν της επιστολής προς τον Χρήστον Μηλιόνην. Και μήπως πρότερον δεν ήτο εύκολον να το φαντασθή; Αλλ’ εις στρατόν ατάκτων και εθελοντών δεν ήτο δυνατόν να πειθαρχώσι.
    Καθ’ ην στιγμήν είχε συλλάβει ο αρχηγός την γενναίαν ταύτην απόφασιν, ενεφανίσθη τελευταίον ενώπιον αυτού είς των Τούρκων και τω έκαμε τεμενάν.
    -Τι θέλεις εσύ; τον ηρώτησεν ο Μουχτάρης.
    -Εγώ δίδω εγγύησιν, εφέντη, απήντησεν ο Τούρκος εκείνος.
    -Τι εγγύησιν;
    -Εγώ τον γνωρίζω.
    -Και διατί δεν θέλεις να υπάγης εσύ ο ίδιος;
    -Θέλω να υπάγω μαζί του.
    -Ολσούν, απήντησεν ο Κλεισούρας.
    Και αποβλέψας προς τους περί εαυτόν αγάδες, εζήτει την επιδοκιμασίαν αυτών.
    Μετ’ ασημάντους τινάς εξετάσεις απεφασίσθη να πεμφθώσιν οι δύο Τούρκοι ως γραμματοφόροι προς τον αποστάτην κλέφτην. Ο πρώτος παρουσιασθείς, ο άγνωστος, είχε στρέψει το βλέμμα προς αυτόκλητον σύντροφόν του και το βλέμμα τούτο εξέφραζε μάλλον απορίαν ή ευγνωμοσύνην.