Η Σφαγή της Πλατείας Τιεν Αν Μεν

Διαδηλωτής αψηφά τα τανκς στην Πλατεία Τιεν Αν Μεν

Η Σφαγή της Πλατείας Τιεν Αν Μεν έλαβε χώρα στις 4 Ιουνίου 1989, όταν ο κινέζικος στρατός έπνιξε στο αίμα την πολυήμερη φοιτητική διαμαρτυρία στο Πεκίνο με κύριο αίτημα τη χορήγηση πολιτικών ελευθεριών. Η φωτογραφία με τον νεαρό διαδηλωτή να αψηφά τα τανκς, που τράβηξε ο αμερικανός φωτογράφος Τζεφ Βίντενερ, είναι η πιο συγκλονιστική εικόνα, που ιστορικά θα θυμίζει τα γεγονότα.

Οι δειλές μεταρρυθμίσεις του Μάο Τσετούνγκ προς την οικονομία της αγοράς επιταχύνθηκαν από τους διαδόχους του μετά το θάνατο του «μεγάλου τιμονιέρη» το 1976. Ο Ντεγκ Σιαοπίνγκ, που ήταν ο ιθύνων νους, οδήγησε την Κίνα σταδιακά στην οριστική εγκατάλειψη της κολεκτιβοποίησης και στην ταχύτερη οικονομική φιλελευθεροποίηση με το σύνθημα «η οικονομία έχει τον πρώτο λόγο». Ωστόσο, έκανε ελάχιστες πολιτικές παραχωρήσεις, φοβούμενος την αντίδραση των συντηρητικών στοιχείων του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το μονοκομματικό κράτος παρέμενε άθικτο στην Κίνα, υφίστατο όμως πιέσεις. Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, προβλήθηκαν αιτήματα για έναν «πέμπτο εκσυγχρονισμό», που θα συνόδευε τους άλλους τέσσερις (γεωργία, βιομηχανία, άμυνα, επιστήμη - τεχνολογία). Έπειτα από μία χαλάρωση του πολιτικοϊδεολογικού ελέγχου και την κριτική που άσκησε ο αστροφυσικός Φανγκ Λιζί στο Κόμμα, το 1986 έγιναν διαδηλώσεις με δημοκρατικά αιτήματα σε 15 κινεζικές πόλεις.

Ο Ντεγκ Σιαοπίνγκ, που ήταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης της χώρας χωρίς να έχει κάποιο σημαντικό θεσμικό αξίωμα, απάντησε με σκληρά κατασταλτικά μέτρα, με σπουδαιότερο θύμα τον γενικό γραμματέα του Κόμματος Χου Γιαομπάνγκ, που αποπέμφθηκε από τη θέση του. Οι συντηρητικοί βρήκαν την ευκαιρία να ξεκινήσουν εκστρατεία κατά της «πνευματικής μόλυνσης» και της «διάβρωσης από τις ιδέες της μπουρζουαζίας».

Ο θάνατος του Χου Γιαομπάνγκ στις 14 Απριλίου 1989 έδρασε καταλυτικά και οδήγησε σε διαδηλώσεις κατά της διαφθοράς και υπέρ των πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Στο επίκεντρο βρέθηκε η πλατείας της Ουράνιας Γαλήνης (Τιεν Αν Μεν), που βρίσκεται δίπλα στην «Απαγορευμένη Πόλη» και είναι το συμβολικό κέντρο της χώρας.

Από τις 22 Απριλίου, ημέρα της κηδείας του Χου Γιαομπάνγκ, ομάδες νεολαίων και κυρίως φοιτητών διαδήλωναν καθημερινά, διεκδικώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Το πλήθος μέρα με τη μέρα μεγάλωνε. Το Κομμουνιστικό Κόμμα θορυβήθηκε, καθώς έβλεπε να χάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Η φιλελευθεροποίηση είχε δρομολογηθεί, αλλά με τους δικούς του όρους.

Σε αντίθεση με τους κομμουνιστές ηγέτες των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών που προχώρησαν σε πρωτοφανείς παραχωρήσεις, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με ανάλογες προκλήσεις, η ανωτάτη ηγεσία του Κ.Κ.Κ. αποφάσισε, ύστερα από αρκετές εβδομάδες αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της, να καταστείλει με στρατιωτικά μέσα το δημοκρατικό κίνημα που καθοδηγούνταν από τους φοιτητές.

Στις 20 Μαΐου κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και στις 3 και 4 Ιουνίου ο στρατός εισήλθε στην πλατεία και διέλυσε βίαια το συγκεντρωμένο πλήθος, με πεζοπόρα τμήματα, αλλά και άρματα μάχης, προκαλώντας πολλά θύματα μεταξύ των φοιτητών και των πολιτών. Οι νεκροί σύμφωνα με τις κινεζικές αρχές ήταν 251, από τους οποίους 218 διαδηλωτές, 23 αστυνομικοί και 10 στρατιώτες. Οι φοιτητές ανέβασαν τον αριθμό των νεκρών στους 3.000. Πιο κοντά προς την πραγματικότητα φαίνεται ότι βρίσκονται τα στοιχεία που προέρχονται από δυτικές πηγές, που κάνουν λόγο για 300 έως 1000 νεκρούς (Διεθνής Αμνηστία, Νιου Γιορκ Τάιμς, διπλωματικές πηγές).

Μετά την καταστολή των διαδηλώσεων, πολλά μέλη του Κόμματος που υποστήριξαν τους διαμαρτυρόμενους φοιτητές απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους και τέθηκαν σε κατ’ οίκο περιορισμό, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τον γενικό γραμματέα του Κ.Κ.Κ. Ζάο Ζιγιάνγκ.

Στη θέση του εκλέχθηκε ο Γιανγκ Ζεμίν, ο οποίος πιστός στο μείγμα πολιτικής του Ντεγκ Σιαοπίνγκ «οικονομικός φιλελευθερισμός και πολιτικός συντηρητισμός» επιτάχυνε τις διαρθρωτικές αλλαγές στην κινεζική οικονομία, οι οποίες εγκρίθηκαν στο κομματικό συνέδριο του 1997, στο οποίο αποφασίστηκε η μετάβαση της Κίνας στην οικονομία της αγοράς.