Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΕ’

    Αλλόκοτος ήτο η διήγησις, ήν ήκουσε παρά του αυτοκλήτου συνοδοιπόρου του ο ζηλωτής νεαρός Τούρκος, όστις προσήλθεν εθελοντής είς εξ εκατόν, κομιστής της προς τον Μηλιόνην επιστολής, της προσκαλούσης αυτόν εις υποταγήν. Ο πρόθυμος και υποχρεωτικός ούτος άνθρωπος ήτο χριστιανός, ως αυτός ομολόγησεν. Αλλά πριν ή ομολογήσει τούτο, εφρόντισε να προκαταλάβη τον νέον σύντροφόν του δι’ εκπληκτικής ανακοινώσεως, ότι καίπερ χριστιανός εμίσει όμως εγκαρδίως του ομοθρήσκους του.
    Πόθεν ωρμήθη εις το αδιάλλακτον τούτο μίσος; Τη αληθεία είχε σπουδαίους λόγους όπως προέλθη εις το άστοργον τούτο αίσθημα εναντίον των ομοπίστων αυτού. Ας φαντασθή τις ειρηνικόν αγρότην, κατοικούντα μακράν των πόλεων, εις τας υπωρείας των υψηλών κορυφών του Πίνδου. Ο ειρηνικός ούτος αγρότης ήτο ο πατήρ του. Ο Καμπόσος (ούτως ωνομάζετο ο αφηγητής) ήτο βρέφος καθ’ ον χρόνον είχον συμβεί ταύτα. Μόλις είχε γεννηθή και είχε λάβει πείραν του μίσους και της καταφοράς των χριστιανών. Η ανάμνησις εκείνη είχε μείνει ως μέλας οιωνός εις την συνείδησίν του, ως σταγών πικρίας και χολής εις την καρδίαν του. Μίαν νύκτα καθ’ ην μόλις είχε δύσει ο Έσπερος και αι Πλειάδες αρτίως είχον ανατείλει εις το στερέωμα, οι χωρικοί των περιχώρων, εκ συστάσεως, ως φαίνεται, είχον συμφορήσει στοιβάς και άχυρα και θημωνίας και επεσώρευσαν αυτάς παρά την καλύβην του πατρός του. Ήτο Ιούλιος μην και η πυρκαγιά δεν εβράδυνε να εκραγή ευθύς ως έβαλον πυρ εις τον σωρόν των ξηρών εκείνων εναυσμάτων. Η φλοξ εξήφθη μετ’ απιστεύτου ταχύτητος και έμελλε να καταστήση οπτούς τους τρεις κατοίκους της καλύβης, αν το βρέφος, όπερ εκλαυθμύριζε παννυχί, δεν αφύπνιζε διά γογγυσμών του την θηλάζουσαν μητέρα, ήτις προτού να τείνει τον μαστόν της προς το βρέφος, ησθάνθη καπνόν αποπνίγοντα αυτήν και ήκουσε τον βρόμον του πυρός μαινομένου περί την καλύβην. Η κραυγή της εντρόμου γυναικός αφύπνισε τον σύζυγον, όστις έμελλε να κοιμηθή τον αιώνιον ύπνον την νύκτα εκείνην, διότι οι μανιώδεις χωρικοί συνεχώρησαν μεν εις την μητέρα και το τεκνίον ίνα διέλθωσιν, αλλά δεν επέτρεψαν και εις τον πατέρα του Καμπόσου να σωθή εκ της καταστροφής. Διά τριών κτύπων πελέκεως ο τολμηρότατος αυτών τον απετελείωσε και έρριψεν αυτόν αιμοσταγή επί της φλεγούσης στοιβής, ήτις κατέφαγε το ασπαίρον σώμα του ινδικώ τω τρόπω.
    Εντεύθεν  ο διασωθείς εκ της καταστροφής εκείνης Καμπόσος είχεν ορμηθεί να ομόσει άσπονδον μίσος κατά πάντων εν γένει των χριστιανών. Ο Καμπόσος ήτο μόλις τριετής τότε, αλλ’ εμνημόνευεν αρκούντως την φρικώδη εκείνην καταστροφήν. Προσέτι δε η μήτηρ του είχε συμπληρώσει προς αυτόν, άμα ηλικιωθέντα, τα κενά της φοβεράς αναμνήσεως. Το πάθος τούτο ήτο κοχλάζον, δεινόν και υπέρμετον εν τη ψυχή του. Κατ’ αρχάς είχε σκοπόν να εξομόση την χριστιανικήν πίστιν και να γίνη μουσουλμάνος (ο Καμπόσος ομολόγησε τούτο ειλικρινώς προς τον συνοδοιπόρον του), αλλ’ όμως ωριμότερον σκεφθείς δεν απεφάσισε να πράξη τούτο διά τον εξής λόγον∙ εάν είχεν εξομόσει, οι χριστιανοί δεν θα τον ενεπιστεύοντο και επομένως δεν θα ηδύνατο να βλάπτη αυτούς καιρίως.
    Διά τον λόγον τούτον έμεινεν ο Καμπόσος πιστός εις την θρησκείαν των πατέρων του. Άλλως δε και εκείνοι, ους κυρίως εμίσει, δεν διεκρίνοντο επί άκρα ευλαβεία. Οι μέγιστοι εχθροί του δεν ήσαν οι αγρόται. Ο Καμπόσος δεν ήτο τόσον ταπεινός το φρόνημα, ώστε να ζητή να βλάψή τους πτωχούς εκείνους ανθρώπους. Ο Καμπόσος ήτο φιλόδοξος κα η έχθρα του δεν είχε τόσον στενά όρια. Εκείνοι, ους εμίσει κατ’ εξοχήν, ήσαν οι κλέφται, οι άνθρωποι των βουνών. Είχε δε σπουδαίους λόγους προς τούτο. Οι χωρικοί είχον καύσει την φωλεάν του πατρός του, αλλ’ οι χωρικοί δεν έπραξαν αυθορμήτως. Οι κλέφται, οι άγριοι πολεμισταί, κατά την διήγησιν του Καμπόσου, είχον διεγείρει τους αγαθούς εκείνους ανθρώπους να διαπράξωσι το ανοσιούργημα. Οι κλέφται είχον παραπονα κατά του πατρός του, ως φαίνεται. Και ήτο επόμενον να έχωσι παράπονα, αφού ο μόνος χωρικός, όστις ιχνηλάτει τας κινήσεις των κλεφτών, ο μόνος όστις υπεδείκνυε τα
λ η μ έ ρ ι α των, ο μόνος όστις έδιδεν επί πολλάς νύκτας κατάλυμα εις τα τουρκικά αποσπάσματα, τα εκπεμπόμενα εκάστοτε προς καταδίωξιν των ορεσιβίων μαχητών, ήτο ο μακαρίτης, ο πατήρ του. Αλλά διά τον αυτόν λόγον είχε δίκαιον και ο Καμπόσος∙ (η δικαιοσύνη δεν είναι πολυμερής, ουδ’ η εκδίκησις εξετάζει ποτέ τα απώτερα αίτια∙ το τελευταίον κινούν αίτιον είναι πάντοτε και η υπερτάτη αιτία) είχεν δίκαιον, λέγομεν, να παρουσιασθή ως Τούρκος ζηλωτής και να εκστρατεύση κατά των κλεφτών. Κανείς αληθής Ρωμιός, έλεγε, δεν ηδύνατο να τον κατακρίνη διά τούτο. Ίσως θα εδικαιούντο οι Ρωμιοί να τον κατακρίνωσιν, αν αυτοί έδιδον το παράδειγμα της φιλοπατρίας και της ενώσεως, αλλ’ οι Ρωμιοί έδωκαν και τότε και πάντοτε το παράδειγμα της διαιρέσεως και της ιδιοτελείας. Αν δε η τύχη αυτού, ήτο απαισιοτέρα της των άλλων, πάλιν δεν έπταιεν αυτός. Όπως η καείσα καλύβη ήτο ίσως μοναδικόν παράδειγμα κατ’ εκείνον τον χρόνον εις τα χρονικά της Ηπείρου ,τουλάχιστον διά τον Καμπόσον, (δι’ άλλους ηδύνατο να είναι συχνόν), ούτω και το εξαιρετικόν μίσος κληρονόμου, ανθρώπου αθώου, διότι νήπιον αυτός δεν ηδύνατο να υπέχει ευθύνας διά τα τυχόν αμαρτήματα του πατρός του, έπρεπε να είναι μοναδικόν.
    Ταύτα διηγήθη ο Καμπόσος προς τον συνοδοιπόρον του. Αλλ’ αυτός, ο δυστυχής, τι ν’ απαντήση; Εδίσταζε και εψέλλιζεν. Ήλθε στιγμή, καθ’ ην ο Καμπόσος εσχημάτισε την ιδέαν ότι ο άνθρωπος ούτος δεν ωμίλει καλώς την τουρκικήν. Αλλ’ όμως τα μονοσύλλαβα μόρια δι’ ων απήντα εις τας ερωτήσεις του συντρόφου του, ευφώνως τα επρόφερεν, ώστε ο άνθρωπος εκείνος, όσον πονηρός και αν ήτο, δεν ηδύνατο να σχηματίσει πεποίθησιν ότι δεν ήτο Τούρκος ο ομιλητής του. Ο νέος έμελλε να περιέλθει εις αμηχανίαν, ότε ο Καμπόσος ήθελε τον προκαλέση να εκφράσει και αυτός κατά πλάτος τι εφρόνει περί της καταστάσεως των πραγμάτων, αλλά προ τούτου έμελλε να συμβή σπουδαιότερόν τι.
    Ο Καμπόσος είχε φθάσει εις το μέρος εκείνο του λόγου, εις ο τον εξώθει ίσως η μοναδική όρεξις εις ην ευρίσκετο, και ήρχισε να διηγείται τους ιδιαιτέρους λόγους, τους συναφείς προς την παρούσαν περίστασιν. Προ πέντε ημερών, είπεν, είχε μεταβή εις την αγροικίαν ποιμένος, Νάσκα ονόματι (ο ακροατής έτεινε τα ώτα, ως ήκουσε το όνομα τούτο), εκείσε είχε καταφύγει άνθρωπός τις μετά της οικογενείας του∙ (οι οφθαλμοί του νέου έπαιξαν μετ’ ανυπομονησίας). Ο άνθρωπος ούτος ωνομάζετο Κώστας∙ (όλοι οι μυώνες του προσώπου του ακροατού εκινήθησαν), οι Τουρκαλβανοί τον συνέλαβον, τον ειρημένον Κώσταν, διότι ήτο εχθρός του Σουλτάνου (ο νέος ενταύθα εβίασεν εαυτόν ν’ ακροασθή μετ’ αταραξίας, διότι ήξευρεν ήδη, ως φαίνεται, το τέλος της σκηνής). Και ο Καμπόσος διηγήθη είτα διά μακρών την συνέχειαν της γνωστής ημίν ιστορίας∙ την απαγωγήν του Κώστα υπό των Αλβανών, την αυτοσχέδιον δίκην, την πρόχειρον απόφασιν, τον εγκόλπιον βρόχον κτλ. και τέλος την παρέμβασιν του Σουλεϊμάνη, ου τη ανελπίστω συνδρομή, ως δι’ επιστολής ευνοϊκού τινος αστέρος, διέφυγεν ο Κώστας τον θάνατον. Ο Καμπόσος έτριξε τους οδόντας την τελευταίαν στιγμήν, ότε ήλθεν εις το μέρος τούτο της διηγήσεως. Έδειξεν ως να ελυπείτο διότι εγλίτωσεν ο άνθρωπος εκείνος, ψυχρός ιδρώς περιέρρεε το μέτωπον του ακροατού.
    -Και τι σου έκαμεν; ετόλμησε να είπη, λησμονήσας ήδη τι τω είχεν ειπή ο Καμπόσος, ότι δηλαδή εμίσει τους χριστιανούς όλους εν γένει.
    -Τι μου έκαμε; Αλλ’ ήτο Ρωμιός, απήντησεν ο παράδοξος άνθρωπος.
    -Πώς ήτον Ρωμιός, τι; είπεν ο νέος.
    -Εσύ βλέπω, δεν καταλαβαίνεις τούρκικα, παρετήρησε δυσφορών εκείνος.
    Και επανελθών εις την προτέραν υποψίαν του, τω απέτεινεν ευθύς την επομένην ερώτησιν·
    -Για πες μου, τι σου φαίνεται; Πώς λες; Θα κάμουν τίποτε οι αγάδες με αυτόν τον Χρήστον Μηλιόνην;
    -Δεν ξεύρω εγώ, απήντησεν ο νέος, ζητών να υπεκφύγει.
    -Δεν ημπορείς να έχεις μίαν γνώμην;
    -Οι γεροντότεροι ξέρουν, επανέλαβε.
    Και εσίγησεν. Ο συνοδοιπόρος του δεν επέμεινεν, αλλ’ εβυθίσθη εις σκέψεις. Περίεργον τω εφαίνετο, ότι ο Τούρκος ούτος δεν ηδύνατο να ομιλήση τουρκιστί.