Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΓ’

     Την αυτήν πρωίαν θόρυβος, βοή και ταραχή μεγίστη συνέβη εις το σεράγιον του Χαλήλ εφένδη εν Άρτη.
    Ο φιλήδονος Τούρκος δεν ηθέλησε να συνεκστρατεύσει μετά των ομοθρήσκων του, προφασισθείς ότι η πνευματική συγγένεια της χριστιανής συζύγου του μετά του Χρήστου Μηλιόνη εκώλυεν αυτόν. Το αληθές ήτο ότι δεν επεθύμει ο Χαλήλ ν’αφήση το χαρέμιόν του υπό την κηδεμονίαν των εν Άρτη μουσουλμάνων.
    Αλλά περί την τρίτην ώραν της ημέρας η μαύρη Φατμά, εισελθούσα κατά το σύνηθες εις το θάλαμον της Βάσως, όπως προσφέρη αυτή το σύνηθες γάλα, δεν εύρεν εκεί την νεάνιδα. Βεβαίως θα κατέβη εις τον κήπον του σεραγίου. Και τούτο όμως ήτο ασύνηθες. Η παραδεδεγμένη τάξις ήτο να καταβαίνωσιν ομού η Βάσω και η Φατμά εις τον κήπον την πρωίαν.
    Τι παθούσα η νέα αύτη χριστιανή παρέβη το νόμιμον τούτο έθος; Μήπως έδακνεν ήδη τον χαλινόν και ήθελε ν’ αποσείση την εξουσίαν του συζύγου και αυθέντου της;
    Θα ήτο νόστιμον, μία νέα χριστιανή να τολμά να παραβαίνη καθεστηκότα νόμιμα, άτινα εσέβοντο ανέκαθεν αι χανούμισσαι του σεραγίου, αι ωραιόταται και ευγενέσταται. Εν τούτοις η Φατμά έσπευσε να καταβή εις τον κήπον.
    Ουδέν. Η Βασίλω δεν ήτο εκεί.
    Η Φατμά ηρεύνησεν επιμελώς εις όλας τας γωνίας. Ουδαμού ανεύρε την νέαν. Επανήλθεν εις τους θαλάμους και ήρχισε δευτέραν έρευναν. Ουδαμού. Κατέβη πάλιν εις τον κήπον. Ουδέν. Εξήτασεν εις τα προαύλια και εις τα συνεχόμενα υπόγεια. Εις μάτην.
    Τέλος υπερέβη τα σύνορα και μετέβη εις τους θαλάμους των χανουμισσών. Η Βασίλω δεν ήτο εκεί.
    Επέστρεψεν εις τον κοιτώνα της νέας και δεν την εύρεν.
    Η Φατμά έμελλε παρ’ ολίγον να παραφρονήση. Βεβαίως, εάν η Βάσω ήτο παρούσα και την εθώρει όπισθεν δικτυωτού τινος του χαρεμίου, εάν έβλεπε το πρόσωπόν της, όπερ είχε καταστεί οικτρόν, εκστατικόν και είχε λάβει ημισελήνου σχήμα, εάν έβλεπε τον τρόμον των μελών της και τον βρυγμόν των οδόντων της, δεν θα είχε τόσην απανθρωπίαν, ώστε να δραπετεύση εκ του χαρεμίου.
    Τι λόγον να δώσει η Φατμά εις τον κύριόν της, αφού ούτος τη είχεν εμπιστευθεί την νέαν εκείνην σ ε β ι λ μ έ κ (την αγαπωμένην) και τη είχεν ειπεί: «Μου αποκρίνεσαι, κουζούμ, με το κεφάλι σου». Τι λόγον να δώση, αν ο κύριός της ήρχετο την στιγμήν ταύτην, ως και έμελλε να έλθη, να την ερωτήση: Πού είναι εκείνη, Φατμά;
    -Το κεφάλι μου, εψιθύρισεν αυτομάτως η δυστυχής μαύρη.
    Αλλ’ όχι∙ δεν ήτο δυνατόν να φύγη ούτως η σ ε β δ ι σ μ έ κ (η βιαζομένη ν’ αγαπά). Αι θύραι του χαρεμίου δεν ηνοίγοντο ευκόλως. Πώς ηδύνατο να δραπετεύση; Κάπου θα είναι κρυμμένη.
    Και η Φατμά ήρχιζε νέαν έρευναν, εις τους διαδρόμους, εις τους θαλαμίσκους, εις τα ερμάρια. Τέλος η Βάσω δεν ευρίσκετο. Αναμφιβόλως θα είχε φύγει.
    Ω, αυταί αι χριστιαναί! Πάντοτε άπιστοι ήσαν και θα είναι.
    Και προσήγγιζεν ήδη η φοβερά στιγμή καθ’ ην έμελλε να παρουσιασθεί ο Χαλήλ εφένδης.
    Η Φατμά έλαβε γενναίαν απόφασιν. Αφού εκείνη η σ ε β ε μ ε μ έ κ (η μη δυναμένη ν’ αγαπά) έφυγεν, αφού έγινεν άφαντος κα η Φατμά έμελλεν αν όχι να θανατωθή, τουλάχιστον να μαστιγωθή απανθρώπως, διά να πληρώση το σφάλμα εκείνης, διατί να μη φύγη και αυτή, αθώα ούσα, διά να σωθή από της μανιώδους οργής του κυρίου της; Και εκείνη μεν η σ ε β δ ι σ μ έ κ θα έφυγε διά μαγείας (τούτο δεν είναι ζήτημα), διότι τας κλείδας του χαρεμίου τας κατέχει η Φατμά, αύτη όμως, ας έχει δόξαν ο Αλλάχ, δεν έχει ανάγκην μαγείας, αλλ’ αρκεί να μεταχειρισθή τας κλείδας ας κατέχει, διά ν’ ανοίξει τας θύρας του χαρεμίου και να δραπετεύση.
    Και άνευ περαιτέρω σκέψεως ηρεύνησεν εις τους θυλάκους της εσθήτος της, διά να εύρει τας κλείδας. Ω, έκπληξις! Αι κλείδες δεν ήσαν εκεί. Αι κλείδες είχον γίνει άφαντοι μετά της Βάσως.
    Τότε μόνον ανελογίσθη η Φατμά, ότι τω όντι, αν δεν της έκλεπτεν η χριστιανή τας κλείδας, δεν ηδύνατο να φύγη, διότι άνευ των κλειδών δεν ηδύνατο ν’ ανοίξη του χαρεμίου τας θύρας και τότε ώκτειρε την αφέλειαν εαυτής, ως μη προφυλαττομένης μετ’ αρκούσης δυσπιστίας από της δεσμώτιδος. Αλλά τούτο ήτο ικανός λόγος διά να παραφρονήσει τις.
    Αλλ’ η Φατμά είχε συνέλθει εκ της πρώτης εκπλήξεως και ηδύνατο ήδη να συναρμόζη κανονικώς τας σκέψεις της. Όθεν διενοήθη ευθύς, ότ,ι αφού η χριστιανή είχε κλέψει τας κλείδας, πιθανόν να άφησε τας θύρας ανοικτάς, εκτός αν είχε την αταραξίαν να κλειδώση άμα εξελθούσα, προς μείζονα ασφάλειαν και να αποκομίση φεύγουσα τας κλείδας. Η Φατμά έσπευσε πάραυτα να καταβή εις την θύραν.
    Τω όντι αι κλείδες ήσαν εκεί και η θύρα ήτο ανοικτή εισέτι. Η δύστηνος νέα δεν ετόλμησεν ή δεν διενοήθη να λάβει τας κλείδας μεθ’ εαυτής. Η Φατμά αφήκε κραυγήν χαράς. Τη εφάνη ότι η θέσις της ως καταδίκου επαισθήτως ηλαφρύνθη.
    Η Μαύρη προεμελέτα ήδη την απολογίαν, ην έμελλε ν’ απαγγείλη ενώπιον του κυρίου της. Εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν, έθηκε τα κλειδία εις τον βαθύν θύλακον της εσθήτος της και ανέβη εις τους θαλάμους. Αυθορμήτως είχεν αποφασίσει να μη φύγη. Εμέμφετο δ’ εαυτήν ότι είχε συλλάβει προ μικρού την ιδέαν της αποδράσεως.
    Τω όντι πάσα φιλαυτία είναι ευεξήγητος, και η φιλαυτία του δεσμοφύλακος δεν είναι ήττονος σεβασμού αξία. Αφού είχε τας κλείδας, η Φατμά έσωζε την φιλαυτίαν της, έμελλε να δείξη τας κλείδας ταύτας προς τον κύριόν της και να τω είπη. (Εννοείται ότι θα εψεύδετο, αλλ’ άνευ ψεύδους ουδεμία υπόθεσις ευοδούται). Θα τω έλεγεν άρα, ότι αι κλείδες αύται ήσαν εις τας χείρας της, ότι ουδέποτε απέβαλεν αυτάς, ότι η θύρα του χαρεμίου ουδέποτε ανεώχθη, και όμως η νέα χριστιανή κατόρθωσε να γίνη άφαντος. Τίνι τρόπω; Η Φατμά, αμαθής μαύρη, δεν εγίνωσκε τα μυστήρια της μαγείας, και δεν ηδύνατο να εξηγήσει κατά ποίον τρόπον εδραπέτευσεν η χριστιανή. Υπάρχουσιν άπειροι καταχθόνιοι τρόποι και μέθοδοι ανεξήγητοι, ας πας έκαστος αγνοεί. Ηδύνατο να ηξεύρη η Φατμά τίνος τούτων ήτο έμπειρος η δραπέτις; Ήρκει, ότι αυτή δεν τη έδωκε τα κλειδία, άλλως, συνειδυία την τύχην ήτις απέκειτο αυτή, ήθελε φύγει μετά της δραπέτιδος. Διότι  προκριτότερον βεβαίως ήτο να χάσει την ζωήν της εις τον παρόντα κόσμον και αυτήν την μέλλουσαν ανάπαυσιν εις την αιωνιότητα, ή να στερηθεί της εμπιστοσύνης του κυρίου της. Ήτό ποτε δυνατόν να φυγαδεύση η Φατμά την άπιστον εκείνην; Ποίον συμφέρον θα είχε να πράξη τούτο; Η Μαύρη αύτη ήτο γνωστή εις τον εφένδην Χαλήλ. Ουχί μόνον εις αυτόν ήτο γνωστή αλλά και εις τον πατέρα του, ον είχε παιδιόθεν υπηρετήσει και αυτά τα κόκαλα των τεθνεώτων ηδύναντο να μαρτηρήσωσι περί της αφοσιώσεώς της. Ταύτα έμελλε να είπη εις τον Χαλήλ και αν δεν τον έπειθεν, ευτυχής θα ήτο έχουσα την συνείδησιν αναπαυμένην.
    Άλλως δε η δυστυχής Μαύρη δεν ετόλμα να υπερβή τον ουδόν του σεραγίου και το πράγμα ήτο ευνόητον. Ο κόσμος εφαίνετο προς αυτήν πέλαγος άπειρον και ατέραμνον. Η σφαίρα αυτής, εν η ανετράφη, ης τον αέρα ανέπνευσεν, ήτο το χαρέμιον. Πέραν του χαρεμίου ουδέν εγίνωσκε. Τα πάντα ενέπνεον αυτή τρόμον. Πού να μεταβή πτωχή γυνή, ήδη πρεσβύτις, αν έφευγε την φιλόξενον στέγην, υφ’ ην είχεν ανατραφή; Επί τέλους εφαντάζετο ότι φεύγουσα συνήντα καθ’ οδόν τον κύριόν της, έφιππον επιστρέφοντα μετά δύο ή τριών ακολούθων εκ της εωθινής εις τα κτήματά του εκδρομής.
    -Πού πηγαίνεις, Φατμά;
    Εις τοιαύτην ερώτησιν τι άλλο ηδύνατο ν’ απαντήσει η πτωχή Μαύρη, ειμή·
    -Έρχομαι να σ’ εύρω, εφέντη μου.
    -Και τι με θέλεις;
    Εις την δευτέραν ταύτην ερώτησιν τι θα απήντα;
    -Εφέντη, η Ρωμιά έφυγεν από το χαρέμι…
    Βεβαίως, διότι αι ερωτήσεις και απαντήσεις μεταξύ δεσπότου και δούλης συνέχονται ως κρίκοι της αυτής αλύσου και ευθύς ως συνήντα η Μαύρη τον Χαλήλ, ουδέν άλλο ηδύνατο ν’ απαντήση. Διότι άλλως όφειλε να είπη ότι φεύγει από το χαρέμιον. Αλλά τότε ο Χαλήλ καθ’ όλα τα δίκαια και τα νόμιμα, θα την συνελάμβανε και θα διέταττε να μαστιγωθή και να καθειρχθή ως δραπέτις. Όθεν ουδέν άλλο ηδύνατο να πράξη ή να υποταχθή εις την τύχην της. Αλλ’ ένεκα της ταραχής εν η διετέλει η δυστυχής Μαύρη, κατήντησε να εκλαμβάνει ως πραγματικήν την καθ’ οδόν συνάντησιν μετά του κυρίου της, ην εφαντάζετο. Όθεν ανωρθώθη αυτομάτως και ήτο ετοίμη να εξέλθη εκ του οίκου, σπεύδουσα να συναντήση τον Χαλήλ, όπως απολογηθή. Αλλά δεν προέλαβε. Την αυτήν στιγμήν εισήρχετο ο Χαλήλ εις τους θαλάμους του χαρεμίου.