Μπέντζαμιν Μπρίτεν
1913 – 1976

Άγγλος συνθέτης λόγιας μουσικής, από τους κορυφαίους του 20ου αιώνα. Διακρίθηκε, κυρίως, για τα έργα του φωνητικής μουσικής, με σπουδαιότερα την όπερα Πίτερ Γκράιμς (Peter Grimes) και το χορωδιακό Πολεμικό Ρέκβιεμ (War Requiem).

O Έντουαρντ Μπέντζαμιν Μπρίτεν (Edward Benjamin Britten) γεννήθηκε στο Λόουστοφτ της Ανατολικής Αγγλίας στις 22 Νοεμβρίου 1913. Ο πατέρας του, Ρόμπερτ Μπρίτεν (1878-1934), ήθελε να γίνει αγρότης, όμως η έλλειψη κεφαλαίων τον έστρεψε προς την οδοντιατρική, την οποία εξάσκησε με επιτυχία, αλλά χωρίς ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Η μητέρα του, Ίντιθ Χόκλεϊ (1874-1937), έμεινε στο σπίτι για να φροντίζει τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας.

Ο Μπρίτεν ασχολήθηκε με τη μουσική από μικρός και σε ηλικία 12 χρόνων  μαθήτευσε κοντά στον ονομαστό συνθέτη και δάσκαλο Φρανκ Μπριτζ (1879-1941). Στη συνέχεια σπούδασε στο Βασιλικό Κολέγιο Μουσικής του Λονδίνου, με δασκάλους τον συνθέτη Τζον Άιρλαντ στη σύνθεση και τον Άρθουρ Μπέντζαμιν στο πιάνο. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του συνέθεσε τη σειρά χορωδιακών παραλλαγών Ένα αγόρι γεννήθηκε (A Boy is Born).

Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως συνθέτης στο ραδιόφωνο, στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 1937 έγραψε τις Παραλλαγές σ’ ένα θέμα του Φρανκ Μπριτζ, ένα έργο που του χάρισε τη διεθνή αναγνώριση. Από το 1939 έως το 1942 έζησε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ανέβηκε το πρώτο του λυρικό έργο, η οπερέτα Πολ Μπάνιαν (Paul Bunyan), σε λιμπρέτο του ποιητή Γ. Χ. Όντεν.

Το 1945 παρουσίασε την όπερα Πίτερ Γκράιμς (Peter Grimes), που τον ανέδειξε ως έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες όπερας του 20ου αιώνα. Ακολούθησαν άλλα 11 έργα έως το 1973, οπότε ανέβηκε η τελευταία του όπερα Θάνατος στη Βενετία, βασισμένη στην ομώνυμη νουβέλα του Τόμας Μαν. Το 1947 ίδρυσε το Φεστιβάλ του Όλντενμπεργκ, το οποίο έγινε ένα από πιο σημαντικά αγγλικά φεστιβάλ και το κέντρο των μουσικών δραστηριοτήτων του.

Από τα φωνητικά του έργα ξεχωριστή θέση κατέχει το αντιπολεμικό Πολεμικό Ρέκβιεμ (War Requiem) για χορωδία, σολίστ και ορχήστρα, που ολοκλήρωσε το 1962, μελοποιώντας το λατινικό κείμενο του Ρέκβιεμ και εννέα ποιήματα του Γουίλφρεντ Όουεν, ενός 25χρονου άγγλου ποιητή που σκοτώθηκε στο δυτικό μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μία εβδομάδα πριν από την εκεχειρία. Από το οργανικό του έργο, πιο γνωστά είναι η νεανική Απλή Συμφωνία (Simple Symphony) με το χαριτωμένο δεύτερο μέρος (Playful Pizzicato) και ο Οδηγός  της Ορχήστρας για νέους (The Young Person's Guide to the Orchestra).

Ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 4 Δεκεμβρίου 1976, εξαιτίας μιας σύφιλης, που δεν είχε ανιχνευτεί, όπως αναφέρει πρόσφατη βιογραφία του.

Ο Μπρίτεν θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους συνθέτες του 20ου αιώνα. Στα νεανικά του έργα επηρεάστηκε αρκετά από τη μουσική των Μουσόργκσκι, Στραβίνσκι, Μάλερ, αλλά και του Πέρσελ, που ανήκε στην εποχή του μπαρόκ. Στα έργα που έγραψε αργότερα ακολούθησε ένα «νεοκλασικό» ύφος, στο οποίο συνδύασε όλες αυτές της επιδράσεις μ’ ένα προσωπικό τρόπο, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στα έργα φωνητικής μουσικής. Παρά τα πολλά θρησκευτικά έργα που συνέθεσε, ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής όσον αφορά τα θρησκευτικά του πιστεύω. Πολιτικά ήταν ειρηνιστής και ανήκε στην Αριστερά. Ήταν ομοφυλόφιλος και μετά το θάνατό του κάποιοι βιογράφοι του ανέδειξαν τις παιδοφιλικές του τάσεις.

Το 2009 κυκλοφόρησαν από τον εκδοτικό οίκο Faber τα νεανικά ημερολόγια Μπρίτεν υπό τον τίτλο Ταξιδιάρικο Αγόρι: Τα ημερολόγια του νεαρού Μπέντζαμιν Μπρίτεν 1928-1938, σε επιμέλεια Τζον Έβανς.

O συνθέτης, που κρατούσε ημερολόγιο από ηλικίας 14 ετών, αποκαλύπτεται ως ένας μοναχικός, αλλά φιλόδοξος μαθητής, ένας νεαρός ομοφυλόφιλος και ταυτόχρονα ένας καλλιτέχνης με σπουδαίο ταλέντο και ασυμβίβαστες απόψεις για τους ομοτέχνους του. Οποιαδήποτε προσπάθειά του για μια φυσιολογική ερωτική ζωή φαίνεται να καταπνίγηκε, έπειτα από μία επίσκεψή του σε οίκο ανοχής στο Παρίσι, όπου αντίκρισε «καμιά εικοσαριά γυμνά θηλυκά, χοντρά, τριχωτά, διόλου ελκυστικά, που βρωμοκοπούσαν φτηνό άρωμα. Ήταν πραγματικά αηδιαστικό».

Όσον αφορά στους ομοτέχνους του, ο Μπρίτεν δεν χάνει την ευκαιρία να εκφράσει την απέχθειά του για τον Μπραμς: «Η Πρώτη Συμφωνία του είναι άσχημη και δήθεν, η Δεύτερη Συμφωνία βαρετή και αδέξια και το Τρίο σε λα ελάσσονα, ανόητο, δεν αντέχω να το ερμηνεύσω» σημειώνει χαρακτηριστικά. Χολή στάζει και για τους βρετανούς ομοτέχνους του, εκτός από τον δάσκαλό του Φρανκ Μπριτζ. «Ο Βον Ουίλιαμς με απωθεί», «πώς μπορεί να μου αρέσει η μουσική του Έλγκαρ;» γράφει.

Από την άλλη πλευρά, η λατρεία του για τον Μότσαρτ είναι ξεκάθαρη. Χαρακτηρίζει τον Μαγικό Αυλό «ένα από τα πιο θεσπέσια έργα που γράφτηκαν ποτέ». Αγαπούσε, επίσης, τον Βέρντι, τον Βάγκνερ, τον Ρίχαρντ Στράους, τον Μάλερ, τον Στραβίνσκι, τον Μπεργκ και τον Σένμπεργκ. Θαύμαζε τον Σοστακόβιτς, με τον οποίον έγιναν στενοί φίλοι.