Η περιτομή του Χριστού

Κάθε χρόνο την 1η Ιανουαρίου η Εκκλησία τιμά την Περιτομή του Χριστού, δηλαδή την αφαίρεση από το θείο βρέφος του δέρματος, που καλύπτει τη βάλανο του γεννητικού του οργάνου. Η σχετική τελετή έγινε σύμφωνα με τον ιουδαϊκό νόμο την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού, σε συναγωγή της Βηθλεέμ, όπου έλαβε και το όνομα Ιησούς (Εξοδ. ιβ’, 43-49, Γέν. ιζ’, 9-19, Λουκ. β’, 21).

Ιστορικά, η περιτομή εφαρμοζόταν από αρχαιοτάτων χρόνων στους σημιτικούς λαούς της Μέσης Ανατολής για ιατρικούς λόγους, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο. Για τους Εβραίους αποτελεί καθαρά θρησκευτική τελετή και είναι ένα από τα κυριότερα γνωρίσματα της θρησκείας τους. Είναι το φυσικό σημείο της διαθήκης που συνήψε ο Γιαχβέ (Θεός) με τον Αβραάμ. Έτσι, κάθε άρρην Εβραίος για να ενταχθεί στον περιούσιο λαό του Θεού οφείλει να περιτμηθεί κατά την όγδοη ημέρα της ζωής του. Είναι το ανάλογο του βαπτίσματος για τους χριστιανούς. Την περιτομή εφαρμόζουν και οι Μουσουλμάνοι, κατά το παράδειγμα του Μωάμεθ. Εκτελείται στα αγόρια κατά την εφηβική ηλικία.

Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ανέκυψε θέμα ως προς την αναγκαιότητα τήρησης ή μη της περιτομής και στους χριστιανούς που προέρχονταν από Εθνικούς (ειδωλολάτρες). Το ζήτημα έλυσε η Αποστολική Σύνοδος της Ιερουσαλήμ (49), που αποφάνθηκε υπέρ της προαιρετικής εφαρμογής της περιτομής από τους χριστιανούς. Σφοδρός πολέμιος της περιτομής υπήρξε ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος τόνιζε ότι εκείνο που έχει αξία για τη σωτηρία δεν είναι η σαρκική, αλλά η πνευματική περιτομή, δηλαδή η βαθιά πίστη και αγάπη προς Θεό.

Πολλοί ανά τους αιώνες απόρησαν τι να έγινε άραγε το περιτμηθέν μέρος (ακροβυστία) της σάρκας Χριστού. Ο Αναστάσιος ο Σιναΐτης και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας υποστήριξαν ότι το φύλαξε η Παναγία ως ιερό κειμήλιο και όταν αναστήθηκε ο Κύριος το πήρε μαζί του. Στη Δύση πιστευόταν ότι η ακροβυστία βρισκόταν σ’ ένα κιβώτιο σε εκκλησία στο Καβίλλινο της Κάτω Βουργουνδίας. Όταν, όμως, το άνοιξε ο επίσκοπος Γάστος στις 19 Απριλίου 1707 δεν βρήκε παρά λίγη άμμο κι ένα μικρό χαλίκι. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η ακροβυστία του Κυρίου σωζόταν στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Λατερανού στη Ρώμη.

Απολυτίκιο

Μορφήν αναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεός ων κατ’ ουσίαν πολυεύσπλαγχνε Κύριε, και νόμον εκπληρών περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ίνα παύσης τα σκιώδη, και περιέλης το κάλυμμα των παθών ημών. Δόξα τη αγαθότητι τη ση, δόξα τη ευσπλαγχνία σου, δόξα τη ανεκφράστω Λόγε συγκαταβάσει σου.