Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΒ’

     Αρχομένου του μηνός Απριλίου, πρωίαν τινά καθ’ ην ο ουρανός ήτο συνεσκοτασμένος υπό νεφών, εις τα πρόθυρα αυτού εκείνου του τζαμίου, εξ ου ο Μηλιόνης είχεν απαγάγει τον μακαρίτην κατήν της Άρτης, ανεγνώσθη εις επήκοον των αγάδων το σουλτανικόν φιρμάνιον, δι’ ου ο Χρήστος Μηλιόνης, τέως ανεγνωρισμένος αρματολός της Ακαρνανίας, καθηρείτο από του αξιώματος τούτου και εκηρύττετο έκπτωτος της σουλτανικής ευνοίας, αποστάτης και κλέφτης, ως ένοχος εσχάτης προδοσίας. Προσεκαλείτο δε πας πιστός μουσουλμάνος, όπως συλλάβη και παραδώση εις τας αρχάς τον κλέφτην τούτον, ως επικίνδυνον εις την ασφάλειαν των πιστών υπηκόων του Σουλτάνου.
    Αξία σημειώσεως είναι η επομένη παράγραφος του συνοδεύοντος το σουλτανικόν φιρμάνιον φ ε τ φ ά του Σεΐχ-Ισλάμη, δι’ ης εχαρακτηρίζετο προσηκόντως η θρησκευτική άποψις του ζητήματος. (Παραθέτομεν το κείμενον κατά την τότε επίσημον μετάφρασιν). «Με το να επάτησεν ο Χρήστος Μηλιόνης το τζαμί του Ταχήρ, τόπον ιερόν και απάτητον εις τους απίστους, και να εξήγειρε τα  τ ζ ί ν ι α, οπού εκοιμώντο υποκάτω εις τας πλάκας, έτοιμα διά ν’ αρπάσουν τας ψύχας των πιστών, όσοι ήθελον αποθάνει εις την αληθή θρησκείαν, διά να τας φέρουν εις το Τ ζ ε ν ν έ μ όπου μόνοι οι αληθείς πιστοί πηγαίνουν…». Διά τους λόγους τούτους, προς εξιλέωσιν των ειρημένων τ ζ ι ν ί ω ν ή πνευμάτων, κατεδικάζετο ο Χρήστος Μηλιόνης και οι οπαδοί αυτού να σφαγώσι τόσοι τον αριθμόν, όσα ήσαν τα παροργισθέντα τ ζ ί ν ι α. Επειδή δε ο αριθμός τούτων δεν εμνημονεύετο ρητώς εν τω επισήμω κειμένω, είπετο ότι αφήνοντο ελεύθεροι οι μουσουλμάνοι να υπολογίσωσι τον αριθμόν κατ’ αρέσκειαν.
    Η ανάγνωσις των δύο τούτων ιερών εγγράφων προυξένησε τόσον ευσεβή ερεθισμόν, ώστε οι καλοί αγάδες ήσαν πλήρεις ανυπομονησίας πότε  να εκστρατεύσωσιν. Εξ αυτής της Άρτης και των πέριξ χωρίων προσήλθον εθελονταί περί τους εκατόν, διότι ο κύριος στρατός συνέκειτο εξ ολιγαρίθμων Αλβανών. Την εσπέραν της αυτής ημέρας οι αγάδες απεχαιρέτιζον τους γονείς, τας γυναίκας και τας αδελφάς των, και την επιούσαν είχεν αποφασισθεί να εκκινήσωσιν οι εθελονταί εξ Άρτης.
    Ήδη περί το λυκαυγές οι ενθερμότατοι συνήλθον εις το τζαμίον, τον τόπον της συνεντεύξεως και μετά την ευχήν ην απήγγειλε μεγαλοφώνως ο ιμάμης προς ενίσχυσιν αυτών, ητοιμάζοντο ν’ αρχίσωσι την οδοιπορίαν. Οι βραδύτεροι προσήρχοντο ανά δύο ή και τρεις και ήδη προ της ανατολής του ηλίου έμελλον να εξέλθωσιν εκ της πόλεως. Πριν ή εκκινήσωσιν ηριθμήθησαν οι εκστρατεύοντες και ευρέθησαν ογδοήκοντα και είς. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν προσήλθε και ογδοηκοστός δεύτερος.
    Ήτο ούτος νεαρός Τούρκος, όστις μόλις εφαίνετο δεκαεπταετής. Εκ των γειτόνων του κατά την πορείαν ουδείς τον εγνώριζε.
    -Ποιος είν’ αυτός; ηρώτησέ τις των Τούρκων, αφού είχον εξέλθει εκ της πόλεως.
    -Δεν τον ξαναείδα, απήντησεν ο ερωτώμενος.
    -Ουδ’ εγώ, είπε τρίτος τις.
    -Ουδ’ εγώ, επανέλαβον άλλοι.
    Τέλος ο πρώτος ερωτήσας, όστις διέπρεπεν επί τόλμη, εθάρρησε ν’ απευθύνη τον λόγον εις αυτόν.
    -Ποίος είσαι; τον ηρώτησε.
    -Δεν είμαι από την Άρταν, απήντησεν ερυθριών ο νεαρός Τούρκος.
    -Από πού είσαι;
    -Είμαι από την Ανατολήν, απήντησεν εκείνος.
    -Και πού ευρέθης εδώ;
    -Ήρθα μ’ ένα καραβάνι.
    Και ο οχληρός δεν ετόλμησε να ερωτήση περιπλέον τι.