Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Ι’

     Άμα πηδήσας επί του βράχου, ο Κώστας ητοιμάσθη να κατέλθη ηρέμα, διότι ο κρημνός ήτο υψηλός, και απήτει προσοχήν και επιδεξιότητα. Όταν θα έφθανεν άπαξ επί του ομαλού εδάφους, τότε ουδείς ηδύνατο να τον φθάση εις το βάδισμα.    Αλλά περισπώμενος όπως καταβή μετά προσοχής, ηλλοφρόνει και δεν είδεν άνθρωπόν τινα παρόντα, όστις ίστατο εις την ρίζαν του βράχου και τον κατεσκόπευε. Μόλις κατέβη εις το έδαφος, και ο άνθρωπος εκείνος ορμήσας τον συνέλαβεν από του βραχίονος.
    Τότε μόνον ησθάνθη ο Κώστας την παρουσίαν του μελανείμονος και απαισίου εκείνου ανθρώπου, όστις περιήρχετο από πρωίας εκεί ως οιωνός βαρείας συμφοράς. Ο Κώστας πρώτην φοράν τον έβλεπεν. Ήτο αυτός ούτος ο Καμπόσος.    Ο Κώστας ήτο δεξιός και ευκίνητος και ηγωνίσθη ν’ απαλλαγή της περισφίγξεως του ανθρώπου τούτου. Αλλ’ εκείνος έβαλε την τρομεράν εκείνην κραυγήν.
    -Τρέξετε, αγάδες! εδώ τον έχω.
    Οι καλούμενοι δεν εβράδυναν να έλθωσιν∙ εγκαίρως δε ήλθον, διότι ο Κώστας είχε καταβάλει ήδη τον Καμπόσον και παρ’ ολίγον θα εξέφευγεν.Εν τούτοις οι Τούρκοι τον συνέλαβον. Σπαρακτική ήτο η σκηνή εκείνη. Γυναίκες τρέχουσαι λυσίκομοι και θρηνούσαι, παιδία ολολύζοντα, θέαμα οικτρόν. Αλλ’ όμως εις τους διώκτας δεν εφαίνοντο ταύτα άξια οίκτου, ήσαν μόνον οχληρά.
    Ο Γιουσούφ Ιβραήμ (τούτο ήτο το όνομα του αρχηγού) τους διέταξεν αυστηρώς να ησυχάσωσι, διότι κατ’ αυτόν το πράγμα δεν ήτο τόσου θορύβου άξιον. Είς ραγιάς, υπήκοος του Σουλτάνου, ήτο πταίστης· άμποτε ν’ απεδεικνύετο αθώος. Η δικαιοσύνη του αρχηγού των πιστών δεν ήτο τυφλή, και έμελλε ν’ απονείμη το δίκαιον εις τον ραγιάν τούτον. Διατί έκαμνον τόσον θόρυβον;
    Εν τούτοις οι Τούρκοι τον έσυραν εις τον δρόμον, αφού μετά δυσκολίας απεμάκρυναν τας γυναίκας και τους παίδας. Εδέησε δε να επέμβη αυτός ο Κώστας, όστις διέταξε την γυναίκα του ν’ απομακρυνθή, νομίσας ότι τούτο ήτο το καλύτερον. Ο Νάσκας επίσης απεμακρύνθη. Την τελευταίαν στιγμήν ο Κώστας τω απέτεινε βλέμμα πλήρες παραπόνου, όπερ ενόησεν εκείνος. Το βλέμμα τούτο εσήμαινε. «Διατί να μη λάβωμεν εις χείρας εσύ το νταλιάνι σου κι εγώ το μηλιόνι μου, ν’ αντισταθώμεν εις τους αθλίους τούτους;». Εις την κορυφήν βραχώδους λόφου έκειτο ο σταθμός των Αλβανών. Διότι Αλβανοί ήσαν οι συλλαβόντες τον Κώσταν. Εκείσε τον ανήγαγον.
    Τι είχε συμβή τότε μεταξύ διωκτών και του θύματος, ουδείς ποτέ θα εγίνωσκεν, αν κατ’ ανεκτίμητον ευτυχίαν δεν εσώζετο εκ της αγχόνης ο Κώστας. Αυτός ούτος διηγείτο ύστερον προς την γυναίκα του τας λεπτομερείας της σκηνής εκείνης, αίτινες ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μύθος διά το παράδοξον. Τω όντι ουδείς ηδύνατο να περιμένει την εμφάνισιν του αγαθού Τούρκου Σουλεϊμάν, προσελθόντος αυτήν την στιγμήν του εσχάτου κινδύνου, και τελεσφόρως παρεμβάντος υπέρ του καταδίκου. Αλλά προ τούτου τις προσεδόκα να ευρεθή το σχοινίον εις τον κόλπον του Καμπόσου; Διότι οι Αλβανοί κατεδίκασαν παμψηφεί τον Κώσταν εις την αγχόνην αλλά σχοινίον δεν ευρίσκετο εις τον στρατώνα. Αίφνης ο Καμπόσος ανασύρει εκ του κόλπου του σχοινίον σπειροειδώς τυλιγμένον και το προσφέρει εις τον Γιουσούφ.
    -Να, πάρε, αγά μου, τω είπεν.
    Αυτός ο Καμπόσος ήτο πολύτιμος. Περί πάντων προυνόει, ως και σχοινίον εις τον κόλπον του ευρέθη επικαίρως να έχει.
    Αλλ’ ο Σουλεϊμάν ήτο α δ ε λ φ ο π ο ι τ ό ς του Χρήστου Μηλιόνη. Ούτος κατά την εσχάτην στιγμήν προσήλθε συνήγορος υπέρ του κινδυνεύοντος, και επέτυχε της χάριτος αυτού. Ο Σουλεϊμάν ούτος κατώκει εις τα περίχωρα. Εγνώσθη ύστερον ότι ο αγαθός ποιμήν Νάσκας ήτο εκείνος, όστις προσήλθε προς τον Τούρκον, ικέτης υπέρ του ξένου του.
    Μετά τρεις ημέρας συνέβη η σκηνή της συναντήσεως της μητρός και της κόρης εν οίκω του Χαλήλ, όπου διηγούντο προς αλλήλας τα παθήματά των. Φευ! η τρυφερά κόρη Βάσω ήτο του λοιπού σύζυγος του Τούρκου.