Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΑ’

     Περί τα μέσα του ΙΗ΄αιώνος κατείχεν ο Χρήστος Μηλιόνης τα αρματολίκια της Ακαρνανίας, του Βάλτου και Ξηρομέρου, είς των αντιπροσώπων της σφαδαζούσης ελληνικής ελευθερίας, των περιφανέστερον παραστησάντων εις τον εκπεπληγμένον ευρωπαϊκόν κόσμον τα δίκαια του αδικουμένου έθνους. Ουδέποτε είχε συνθηκολογήσει με τους Τούρκους. Τούτο εκφράζει τρανότερον πάσης ιστορικής μαρτυρίας ο στίχος του δημοτικού άσματος.

Όσο είν’ ο Χρήστος ζωντανός, Τούρκο δεν προσκυνάει.

    Αλλ’ οι κρατούντες ήσαν πρόθυμοι πάντοτε να κολακεύωσι τους μέγα δυναμένους εκ των ημετέρων πολεμιστών της ζοφεράς εκείνης εποχής και την μοίραν ταύτην δεν διέφυγε και ο Χρήστος Μηλιόνης. Εν έτει 1747 είχεν επέλθει απραξία των πολεμικών έργων καθ’ όλην την Ακαρνανίαν. Τότε και ο Χρήστος ηναγκάσθη ν’ αρκεσθή εις τας προτάσεις των Τούρκων, και δεχθείς το αρματολίκι της Ακαρνανίας, έμεινεν ησυχάζων επί τινα χρόνον.
    Τότε συνέβη η φοβερά εκείνη παρασπονδία, ην ευλόγως ο Χρήστος έμελλε να νομίση ανήκουστον εις τα κλέφτικα χρονικά και εις τας μεταξύ αγάδων και Ελλήνων μαχητών σχέσεις. Η αρπαγή της κόρης Βασίλως, της αναδεκτής του Μηλιόνη, εκίνησε την αγανάκτησιν του κλέφτου. Γνωστόν ότι η πνευματική συγγένεια του βαπτίσματος ενομίζετο τότε πολλώ σοβαροτέρα ή όσον σήμερον νομίζεται συνήθως. Ας προστεθώσιν εις ταύτα και αι σχέσεις μεταξύ του Χρήστου Μηλιόνη και της οικογενείας της κόρης εκείνης.
    Τα μετά ταύτα διηγήθημεν ήδη εν τοις έμπροσθεν. Κατόπιν τούτων επήλθεν η αποκήρυξις του αρματολού Χρήστου Μηλιόνη ως κλέφτου, ήτις δεν εβράδυνε να πεμφθή εκ Κωνσταντινουπόλεως.
    Κατά τον χρόνον εκείνον, διά να αποδεικνύηται εκάστοτε αληθεύουσα η αρχαία επί διχονοία μομφή, διά να μη εκλίπει ποτέ η πατροπαράδοτος εκείνη εθνική αρά, ευρέθη και είς χριστιανός προεστώς, ο Πάνος Μαυρομάτης, πρόθυμος να εκστρατεύσει κατά του Χρήστου Μηλιόνη. Ούτος συνεξεστράτευσε μετά του Δερβέναγα της Ακαρνανίας Μουχτάρ, του επιλεγομένου Κλεισούρα, κατά του ημετέρου ανδρείου κλέφτου.
    Αγνοείται ο λόγος δι’ ον απεδόθη το επίθετον τούτο εις τον ειρημένον Μουχτάρ. Αλλ’ αν επεκλήθη ούτω, διότι ήτο επιτήδειος εις το να πολιορκεί εις κλεισωρείας τους εχθρούς ους επολέμει, ουδέν ατυχέστερον παρωνύμιον ηδύνατο να ευρεθή. Πιθανότερον είναι ότι ο ειρημένος Μουχτάρ Κλεισούρας ηξιώθη του επιθέτου τούτου, διότι μάλλον ηγάπα να αποκλείη πάσαν ενδεχομένην προς τους πολεμίους συμπλοκήν.
    Τεκμήριον τούτου ήτο ότι επί τρεις μήνας και δεκαεννέα ημέρας, καθ’ ους υπεκρίνετο ότι κατεδίωκεν τον Χρήστον Μηλιόνην εις τα όρη της Ακαρνανίας, ουδεμίαν αψιμαχίαν κατόρθωσε να συνάψη προς αυτόν.
    Ομολογητέον όμως, ότι δεν ήτο τόσον εύκολον το πράγμα εις την εφαρμογήν, όσον φαίνεται λεγόμενον. Αψιμαχία κατά του Χρήστου Μηλιόνη ήτο δυσχερέστατον και τραχύτατον έργον. Διότι ο Χρήστος πλην της προσωπικής ανδρείας και εμπειρίας του είχε τους μ ο ν ο μ ά τ ο υ ς, τους τρομερούς εκείνους σκοπευτάς, οίτινες εθέριζον τους Τούρκους τόσον κανονικώς, ως να κατείχον εις χείρας το δρέπανον του Χάρου, του μόνου αρματολού της αρχαίας Ηπείρου.
    Περί μέσα Απριλίου του ειρημένου έτους είχε στήσει ο Χρήστος το λημέρι του επί υψηλού ζυγού, ενούντος δύο εξηρμένας κορυφάς. Η θέσις ωνομάζετο Ζυγουριά. Το μέρος τούτο απετέλει μικράν κοιλάδα, έχουσαν εκατόν βημάτων περίμετρον, περιεχομένην μεταξύ τεσσάρων φυσικών προμαχώνων. Ούτοι εσχηματίζοντο εκ τεσσάρων υψηρεφών σκοπιών, εφ’ ων συνηλλάσσοντο τέσσαρες εκάστοτε άγρυπνοι φρουροί, κρατούντες τα καριοφίλια. Αι σκοπιαί αύται εκαλούντο με λατινικόν όνομα βίγλες∙ επ’ αυτών εβίγλιζον, ήτοι εφρούρουν, εξ υπαμοιβής οι γενναίοι άνδρες του Χρήστου Μηλιόνη. Προσεδοκάτο δε από ημέρας εις ημέραν η επίθεσις του τουρκικού στρατού.
    Αλλ’ εις μάτην εβίγλιζον οι κλέφται εξ υπαμοιβής, και εις μάτην σύντροφοί των εκοιμώντο ανήσυχοι επί των καροφιλλίων. Ο Μουχτάρ Κλεισούρας πολύ έμελλε να βραδύνη όπως εφορμήση κατά του ορεινού στρατεύματος, αν έμελλεν εν τοσούτω να εφορμήση ποτέ!
    Εν τούτοις οι μονόματοι δεν ησθάνοντο κόπον εκ του είδους τούτου της ασχολίας. Ήτο γνωστόν ότι και αν απεκοιμάτο τις αυτών, τον έτερον των οφθαλμών έκλειε μόνον. Διά δε του ετέρου εξηκολούθει να βιγλίζει και κοιμώμενος.
    Οι ανδρείοι ούτοι, όσοι ήσαν εις την υπηρεσίαν του Χρήστου Μηλιόνη (διότι είχεν ήδη προσλάβει διαρκώς εις την υπηρεσίαν του μετά την σουλτανικήν αποκήρυξιν) ήσαν εκλεκτοί εξ εκλεκτών και ηριθμούντο εις τεσσαράκοντα. Εκτός αυτών ήτο το κύριον σώμα των κλεφτών, συγκείμενον εξ εικοσιεννέα. Τέλος ήσαν πρόθυμοι επίκουροι εκ των ορεινών χωρίων, έτοιμοι να σπεύσωσιν ως εφεδρεία εν ανάγκη,  και οι τοιούτοι ανήρχοντο εις ογδοήκοντα τελείους άνδρας.
    Το μικρόν τούτο στράτευμα ησχολείτο από ενός μηνός οχυρούν τας προσόδους των ορεινών κωμών και λαμβάνον παν άλλο προφυλακτικόν μέτρον. Είχον κατασκευάσει τ α μ π ο ύ ρ ι α υπέρ τα πεντήκοντα εις περιφέρειαν πέντε ή έξ μιλίων επί του ύψους του όρους. Διότι ανελογίζοντο πάντες ότι ο κίνδυνος επέκειτο και ανεμένετο κρατερά η επίθεσις του τουρκικού στρατού.
    Εν τούτοις ο Χρήστος δεν ανησύχει παραπολύ εκ της καταστάσεως ταύτης και είχε κρυφίαν ελπίδα ότι οι πολέμιοι δεν έμελλον να δείξωσι τόλμην εις την προκειμένην περίστασιν. Αλλά δεν ηδύνατο ν’ αποτρέψη τους περί αυτόν από πάσης προφυλάξεως και συνετώς έπραττε λαμβάνων τα πρόσφορα μέτρα. Εγίνωσκε καλώς τον Μουχτάρ Κλεισούραν και είχε πεποίθησιν ότι δεν θα ετόλμα ούτος ν’αντεπεξέλθη κατ’ αυτού. Όσον διά τον Πάνον Μαυρομάτην, ήτο γενικώς παραδεδεγμένον, ότι οι χριστιανοί, όσοι συνεμάχουν μετά των Τούρκων, ουδέποτε ευνοούντο υπό της τύχης εις τας επιχειρήσεις των. Τούτο ήτο πρόληψις τα μάλιστα διαδεδομένη παρά τοις χωρικοίς, αλλ’ ουδέν άλλως ήτο δικαιότερον ουδέ ψυχολογικότερον της τοιαύτης προλήψεως.