Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Θ’

     Ο Καμπόσος, ή κατ’ άλλους Καμπίσος - ούτως εκαλείτο- ήτο τρομερός άνθρωπος. Ουδείς ήξευρεν εις τα περίχωρα ούτε την καταγωγήν του, ούτε το επάγγελμά του, ούτε την κατοικίαν του. Το όνομά του μόνον είχεν ανακοινώσει εις γέροντά τινα παντοπώλην και ούτος το είχε μεταδώσει είς τινας.
    Ουδείς καθ’ όλην την μεσημβρινήν Ήπειρον είχέ ποτε τόσας σχέσεις με τους Τούρκους, όσας αυτός. Το αίτιον και ο σκοπός των σχέσεων τούτων ηγνοείτο. Οι χριστιανοί τον εφοβούντο και οι Τούρκοι τον ηυνόουν. Ουδέν άλλο ήτο γνωστόν εκ του βίου του.
    Υπεψιθύριζόν τινες, ότι μετήρχετο το έργον του κατασκόπου και του προδότου. Αλλ’ ουδείς ηδύνατο ν’ αποδείξη αν το πράγμα ήτο αληθές. Ορισμένη κατηγορία δεν υπήρχε. Τον εφοβούντο μόνον, και ουδείς τω ενεπιστεύετο.
    Εν γένει αι γυναίκες και τα παιδία τον εμίσουν, διότι είχεν ήθος καλογήρου, χωρίς να είναι κατατεταγμένος εις μονήν τινα. Αλλά διότι εφόρει μαύρα και έφερε σχήμα μετανοίας, δεν ήτο τούτο αποχρών λόγος όπως καταφέρονται κατ’ αυτού. Αλλ’ όμως η καταφορά ήτο υψωμένη εις το έπακρον. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος ούτος ήτο κατεσκευασμένος ούτως, ώστε να εμπνέη δυσπιστίαν.
    Ουδείς βλέπων αυτόν άπαξ και ανταλλάσσων ολίγας μετ’ αυτού λέξεις ηδύνατο να είναι τόσον ήσυχος, όσον ήτο προ της συναντήσεως. Αλλ’ όλοι όσοι ησθάνθησαν την τοιαύτην ανησυχίαν, δεν είχον την θλιβεράν τύχην να ίδωσιν ευθύς επαληθεύον το αδικαιολόγητον τούτο προαίσθημα, όπως συνέβη το πράγμα εις την σύζυγον του Κώστα, ήτις μετά την αναχώρησιν του αγνώστου, αν και τα δύο τέκνα της εξηκολούθησαν να παίζωσι, δεν εξηκολούθησε και αύτη το έργον της ησύχως. Η εμφάνισις του ανθρώπου εκείνου, το παράδοξον σχήμα, όπερ περιεβάλλετο, το έτι παραδοξότερον ήθος και οι λόγοι του, η αναχώρησίς του αυτή τόσον συντόμως επελθούσα, τη επροξένουν ανεξήγητον αίσθημα φόβου κα υποψίας.
    Η δυστυχής αύτη γυνή, ήτις είχε τόσον σκληρώς δοκιμασθή ήδη, δεν έμελλε να περιμένει επί μακρόν την επαλήθευσιν τω ζοφερών προαισθημάτων της. Την πρωίαν της επιούσης, τέσσαρες Τούρκοι, αληθείς Τούρκοι, φορούντες σαρίκια και λευκάς χλαίνας, πάνοπλοι και πλήρεις αποφάσεως, ως εφαίνοντο, εξημέρωσαν έξωθεν της φιλοξένου ποιμενικής επαύλεως. Πρώτος είχεν εξέλθει εκ της οικίας ο αγαθός ποιμήν Νάσκας, όστις κατεπλάγη ιδών απροσδοκήτως σταθμεύοντας παρά την οικίαν του τους δυσαρέστους εκείνους επισκέπτας.
    -Έλα δω, κουζούμ, τω ένευσε είς των Τούρκων.
    -Τι τρέχει; είπεν ο Νάσκας, αγωνιζόμενος να φανή ατάραχος.
    -Μη φοβήσαι, είπεν ο αυτός Τούρκος, όστις εφαίνετο ως αρχηγός, εννοών ότι η αταραξία του ποιμένος ήτο επίπλαστος.
    -Δεν φοβούμαι τίποτε, είπε μετ’ αγροτικής υπερηφανίας ο Νάσκας.
    -Πάει καλά, απήντησεν ο αρχηγός. Φαίνεσαι ότι είσαι καλός χωρικός και πιστός ραγιάς του Σουλτάνου.
    -Βέβαια, θέλει ερώτημα; είπεν ο Νάσκας, όστις εβλασφήμει καθ’ εαυτόν την ώραν και την στιγμήν.
    -Λοιπόν φέρε μας εδώ τον άνθρωπον που έχεις κρυμμένον…
    -Κρυμμένον;.. επανέλαβεν ο βοσκός, εγώ έχω κρυμμένον;…
    -Βέβαια, απήντησεν ο Τούρκος. Εσύ δεν έχεις να πάθης τίποτε.
    -Δεν έχω κανένα κρυμμένον, είπε καρτερικώς ο Νάσκας.
    -Μη χωρατεύης, επανέλαβεν ο πρώτος των Τούρκων. Εμείς δεν σου θέλομε το κακό σου.
    -Ούτ’ εγώ δεν σας θέλω το κακό σας, απήντησεν αλλόφρων ο άνθρωπος.
    -Τότε ξεμπέρδευε γρήγορα και παράδωσέ μας τον Κώστα.
    -Ποίον Κώστα; ηρώτησεν ως απορών ο ποιμήν.
    -Εκείνον που άρπαξε τον κατήν της Άρτας, είπεν ο Τούρκος.
    -Τον κατήν της Άρτας! επανέλαβε μετ’ ειλικρινούς απορίας ήδη ο Νάσκας, διότι πρώτην φοράν ήκουε να γίνεται λόγος περί τούτου.
    -Βέβαια, προχθές την Παρασκευήν, απήντησεν ο Τούρκος.
    -Την Παρασκευήν! επανέλαβεν εμβρόντητος ο Νάσκας. Και παρ’ ολίγον θα έλεγεν: αλλά την Παρασκευήν ο Κώστας ήτο εις το σπίτι μου όλην την ημέραν και δεν ηδύνατο να αρπάσει τον κατήν της Άρτας.
    -Λοιπόν μην αργοπορής, επέφερεν ο Τούρκος.
    -Αλλ’ ημπορείτε να ιδήτε ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι μου, είπε τολμηρώς ο ποιμήν.
    -Θα το ιδούμεν, τώρα ευθύς, είπεν ο αρχηγός.
    Ο δυστυχής ποιμήν, διά να ψευσθή μετά τόσης αποφάσεως, ανελογίζετο το μικρόν παράθυρον , όπερ ευρίσκετο εις τον αντίθετον της οικοδομής τοίχον. Ο τοίχος ούτος έκειτο σύρριζα εις τον βράχον και μόλις είχε το ήμισυ του ύψους του προσθίου τοίχου. Ευκίνητος ανήρ, οίος ο Κώστας, ηδύνατο εικόλως να πηδήση εκ του παραθύρου εκείνου, και να λάβει τον δρόμον του δάσους, όπου οι Τούρκοι δεν θα τον έφθανον. Όσον διά την Κώσταιναν και τα τρία αυτής τέκνα, ο Νάσκας υπελόγιζε να τα παραστήση εις τους Τούρκους ως μέλη της ιδίας του οικογενείας. Διότι, δόξα τω Θεώ, μετά οκταετή συζυγικόν βίον η Νάσκαινα μόνον ημίσειαν δωδεκάδα τω είχε γεννήσει, ώστε αν προσετίθεντο και τα τρία του Κώστα τέκνα, μόλις θ’ απετελείτο ο αριθμός εννέα, όστις δεν ηδύνατο να φανεί υπερβολικός εις τον κατ’ αγρούς βίον, όπου αι γυναίκες αναπνέουσαι την ορεινήν αύραν καθίστανται εξόχως πολύτεκνοι. Όσον διά τας δύο μητέρας, επειδή ως σύζυγοι επλεόναζον, εφαντάζετο ότι ηδύνατο να παραστήσει την μίαν των δύο ως γυναικαδέλφην.
    Τω όντι δε ο Κώστας δεν ήτο ανόητος και είχε παρατηρήσει ήδη την παρουσίαν των Τούρκων. Από ολίγων στιγμών κατεσκόπευε τον διάλογον από του παρθύρου και έβλεπε τας απελπιστικάς χειρονομίας του ξενοδόχου του. Ότε δε είδεν αυτόν και τους τέσσαρας Τούρκους διευθυνθέντας προς την οικίαν, ο Κώστας ουχί κατά συγκυρίαν, αλλ’ εξ αυτής της εμφύτου λογικής των πραγμάτων ορμώμενος, συνέλαβε την αυτήν ην και ο Νάσκας ιδέαν και έτρεξεν εις το μικρόν παράθυρον. Νεύσας δε προς την σύζυγόν του να έχη θάρρος, ανέβη δι’ ενός πηδήματος επί του θριγκού, και επήδησεν από του παραθύρου εις τον βράχον.
    Η Μελάχρω συνήπτε τας χείρας εν απογνώσει. Τα παιδία εκοίταζον με ανοικτά στόματα. Την στιγμήν εκείνην ηκούοντο τα βήματα των τεσσάρων Τούρκων ανερχομένων την κλίμακα. Ω, ποίος τρόμος!… Οι Τούρκοι εισήλθον αμοιβαδόν εις την οικίαν, και ήρχισαν εξετάζοντες διά του βλέμματος τους κατοίκους. Τινά των παιδίων μόλις είχον εγερθή από του ύπνου, διότι αρτίως ανέτειλεν ο ήλιος. Οι Τούρκοι έρριπτον άπληστα πανταχόσε βλέμματα και εζήτησαν να ερευνήσωσι και το ισόγειον.
    -Ευχαρίστως, αγάδες μου, έκραξεν ο Νάσκας, πλήρης χαράς, διότι έβλεπεν ευοδούμενον το σχέδιόν του. Γυναικαδέλφη, έκραξεν αποτεινόμενος προς την Κώσταιναν, άνοιξε την κλαβανή!
    Η αυτοσχέδιος γυναικαδέλφη έσπευσε να υπακούσει και ανοιχθείσης της καταπακτής, είς των αγάδων ητοιμάζετο να καταβή. Ο Νάσκας εψιθύριζε περιχαρής εις το ους της Κώσταινας: Ε σ ώ θ η, έ χ ε  θ ά ρ ρ ο ς.
    Αλλά την αυτήν στιγμήν ηκούσθη κραυγή, τρομερά κραυγή, οξεία και διάτορος έξωθεν της οικίας, κάτωθεν του βράχου, εφ’ ον είχε πηδήσει ο Κώστας.
    -Εδώ τον έχω! Αγάδες! τρεχάτε, τον έπιασα!
    Ο Νάσκας έμεινε με κεχηνός το στόμα. Η Μελάχρω έσχισε τας παρειάς διά των ονύχων και οι παίδες αυτομάτως αισθανθέντες το δυστύχημα, έβαλον γοεράς κραυγάς.  Ο πρώτος των Τούρκων όστις είχε καταβή μίαν βαθμίδα επί της κλίμακος της καταπακτής, επέστρεψεν εις το δάπεδον και δεν κατήλθεν εις το ισόγειον.