Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Η’

     -Μάννα μου, μη με καταράσαι! Μάννα μου, με ηπάτησε! Μάννα μου, το έκαμα διά να σας γλιτώσω!
    Τας λέξεις ταύτας μόνας εύρισκεν η Βασίλω, πίπτουσα εις τον τράχηλον της μητρός της και χύνουσα πύρινα δάκρυα. Διότι η Μελάχρω είχε κατορθώσει κατ’ απαίτησιν της θυγατρός της να εισαχθεί εις το σαράγι του Χαλήλ εφένδη, μετοικήσαντος από πολλών ημερών εις Άρταν. Ολίγαι λέξεις παρά της Βάσως, αν ηδύνατο να ομιλήση, ήρκουν να εξηγήσουν πώς είχον τα πράγματα.
    Ο Χαλήλ αγάς, όσον θρασέως και αν έγραψε την επιστολήν εκείνην εις απάντησιν της γραφής του Μηλιόνη, δεν εψεύδετο όμως καθ’ όλα. Διά των καθημερινών απειλών περί της τύχης των γονέων της, διά της αγνοίας εν η διετέλει αύτη, υπό τον πέπλον όστις εκάλυπτε τους οφθαλμούς της, κατόρθωσε να εκβιάση την ορφανήν (διότι τω όντι ήτο αύτη πάσης ορφανίας ελεεινοτέρα) να συναινέση όπως τον νυμφευθή. Αι εξηγήσεις δε αύται μεταξύ μητρός και θυγατρός αμηχανωτέραν καθίστων την θέσιν εκατέρας. Και η μεν Μελάχρω ευκόλως εσυγχώρει ως πάσα μήτηρ, τα δάκρυα δε άτινα κατεφέροντο επί τας ακμαίας εισέτι παρειάς της μήπω τεσσαρακονταετούς ταύτης γυναικός, ήσαν δρόσος και αγίασμα. Αλλ’ έφριττεν αναλογιζομένη την τρικυμίαν, ην θα εξήγειρεν εις τα πατρικά σπλάγχνα η είδησις αύτη.
    Ο Κώστας ήτο είς των ειλικρινεστέρων Ηπειρωτών και των φανατικωτέρων χριστιανών, οίτινες εμίσησάν ποτε την τουρκικήν δυναστείαν. Η γυνή είχε καταλίπει τον σύζυγον και τα τρία τέκνα, ουχί εις το κρυσφύγετον, εις ο είχον καταφύγει τας πρώτας ημέρας, αλλ’ εις άλλην φιλικήν οικίαν πόρρω της Άρτης και απήλθεν εις την πόλιν διά να μάθη περί της αγαπητής κόρης. Και τώρα πώς θα ετόλμα να επιστρέψη προς τον εξηγριωμένον σύζυγον; Δεν ήρκει το πρώτον όνειδος επί τη αρπαγή της κόρης; Δεν ήρκουν τα δάκρυα της λύσσης και της αγωνίας, δεν ήρκει η αδικία του κατή; Δεν ήρκει η δευτέρα εκείνη ύβρις της καθείρξεως του ηδικημένου πατρός; Δεν ήρκει τέλος η τελευταία επιβουλή και το μίσος των μουσουλμάνων, οίτινες εζήτουν τον θάνατον του Κώστα, ως συνενόχου του Χρήστου Μηλιόνη; Ο ατυχής πατήρ, ουχί εξ οικείας ικανότητος, αλλ’ εκ προνοίας Θεού, μόλις έσωσε την ζωήν του εκ της τηλικαύτης καταφοράς, ήτις υπετράφη διά του προδοτικού εναύσματος ομοπίστου και ομοφύλου.
    Ω, καλά το έλεγεν ο Κώστας, ότι άνευ προδοσίας χριστιανού ουδέν κακόν ηδύνατό ποτε να γίνη εκ μέρους των αγάδων. Ο Κώστας είχε πάντοτε ιδέας σαφείς και ορισμένας, και ο χαρακτήρ του ήτο ευθύς και αυθέκαστος. Μόλις, μετά την εμπιστευτικήν παραγγελίαν του συντέκνου, ην ούτος είχε διαβιβάσει προς αυτόν δι’ αγνώστου και πιστού φίλου, ου το στόμα διά ν’ ανοίξη τις έχρηζε γιγαντιαίας ψαλιδωτής λαβίδος μετά σιδηρού μοχλού, μόλις κατέλιπεν ο Κώστας μετά της οικογενείας του την κατάρατον του λοιπού εκείνην στέγην, ήτις υπήρξε μάρτυς της επί τη αρπαγή της κόρης απελπισίας των γονέων, και μόλις έφθασεν εις το φιλόξενον ορεινόν δώμα του ποιμένος Νάσκα, όστις τον υπεδέχθη με ανοικτάς αγκάλας, και η προδοσία, ήτις εφαίνετο, ότι ηκολούθει αυτόν κατά βήμα, ουδ’ εκεί τον άφησε ν’ αναπαυθεί ήσυχος. Την τρίτην από της κατασκηνώσεως ημέραν τα δύο νεώτατα παιδία  έπαιζον εις τα πρόθυρα της αγροικίας, πλήρη χαράς, διότι απηλλάχθησαν τέλος της φρικώδους ενοχλήσεως του σχολείου, λησμονήσαντα δε μετά τρεις ημέρας την λύπην των διά την απουσίαν της Βάσως, ης δεν ενόουν το αίτιον. Η μήτηρ, ήτις εστέναζεν αδιακόπως μετά την αρπαγήν της αγαπητής αυτή θυγατρός, εκάθητο αντικρύ νήθουσα με την ηλακάτην της. Την στιγμήν εκείνην άνθρωπός τις βραχύς το ανάστημα, με πυκνήν και μακράν κόμην και μελανόν γένειον, έχων σχεδόν καλογήρου σχήμα, με τον μακρόν μαύρον επενδύτην και την σκούφιαν ην εφόρει, επλησίασε, τυχαίως ως εφαίνετο, εις το μέρος εκείνο.
    Τα δύο παιδία απείχον ολίγα βήματα από της αγροτικής οικοδομής, ήτις εκρύπτετο όπισθεν πυκνών θάμνων, εντός βαθείας κοιλάδος, και ομοίαζε με ασκητήριον. Ο εξαετής Στέφος και η οκταετής Φρόσω, αποκαμόντες, είχον διακόψει την παιδιάν των και ήρχισαν συνομιλίαν. Ενθυμήθησαν τον διδάσκαλόν των, όστις ήτο αρκετά κωμικόν πρόσωπον, ότε εδίδασκεν αυτούς πώς ν’ αναγινώσκωσι την οκτώηχον, το αλφαβητάριον τούτο της τότε διδακτικής μεθόδου.
    -Θυμάσαι τα δασκαλούδια; έλεγεν η Φρόσω.
    -Θυμάσαι και τον δάσκαλο, τσάκαλο; έλεγεν ο Στέφος.
    -Και τον Αδάμ και την Εύα;
    -Θυμάσαι και τα γυαλιά του; είπεν ο Στέφος.
    -Και την ταμπακέρα του; προσέθηκεν η Φρόσω.
    -Έβηχεν ολοένα.
    -Εφτερνίζετο πέντε ώρες την ημέρα.
    -Ενύσταζεν εις την καρέκλα του, ενώ μας έβγαζε να πούμε το μάθημα.
    -Και ημείς του εβάζαμε στάχτη απάνω στην καθέδρα.
    -Και τον εζωγραφίζαμε στον μαύρο πίνακα, ενώ εκοιμάτο.
    -Και του ερρίχναμε σκόνη μέσα στην ταμπακέρα του.
    -Και πώς ετραβούσε τον ταμπάκο, πω πω πω!
    -Χα χα χα!
    Η Φρόσω ήτο πάντοτε προθυμοτέρα εις τον γέλωτα, και ο φαιδρός τόνος ανήρχετο παρ’ αυτή εις το διπλάσιον ή παρά τω αδελφώ της. Το πλάσμα τούτο ήτο τόσον ιλαρόν, τόσον φιλόγελων, ώστε και ο σκυθρωπότατος των ανθρώπων εις μόνην την θέαν αυτής ησθάνετο ακατανίκητον όρεξιν να γελάση. Και αν μεν αυτή ηγνόη τον λόγον, δι’ ον εγέλα, ουδέν θαύμα, αλλά το παράδοξον είναι ότι και τον άλλον τον γελώντα ούτως εική επί τη θέα αυτής, αν ηρώτας διατί εγέλα, δεν θα ήξευρε τι να σοι απαντήση. Την στιγμήν εκείνην της παιδικής διαχύσεως ενεφανίσθη αιφνιδίως ο απαίσιος μελανείμων εκείνος άνθρωπος, περί ου ελέγομεν ανωτέρω.
    Τα δύο παιδία δεν επτοήθησαν επί τη θέα αυτού, ησθάνθησαν μόνον περιέργειαν και ουδέν πλέον.
    Η Μελάχρω ήτο αντικρύ με την ηλακάτην της, αλλά συστάς δένδρων και πυκνός καλαμών απέκρυπτεν εν μέρει αυτήν από της όψεως των δύο παίδων. Διά τούτο δεν είδε κατ’ αρχάς τον άγνωστον, ότε ενεφανίσθη ούτος.
    -Τι κάνετε εδώ, παιδιά; ηρώτησεν ο παράδοξος άνθρωπος.
    -Τι κάνομε; Παίζομε, απήντησεν η Φρόσω, ήτις δεν ηδύνατο ευκόλως να εγκαταλίπη την φαιδρότητα αυτής.
    -Και τίνος είσθε;
    -Τίνος είμεθα;… ήρχισε να λέγει ο Στέφος. Είμεθα του…
    -Μην το λέγης τίνος είμεθα, είπεν η Φρόσω, ήτις ήτο πονηροτέρα.
    -Και διατί ερωτάς τίνος είμεθα; είπε τότε λαβών θάρρος ο Στέφος.
    -Διατί δεν φαίνεσθε σαν τσομπανόπουλα, απήντησεν ο ξένος.
    -Και τι σε μέλει δι’ αυτό; είπεν η Φρόσω.
    -Διά καλόν ερωτώ, είπεν ο άγνωστος.
    -Τότε λοιπόν τράβα τον δρόμο σου, είπεν ανδρείως ο Στέφος.
    -Και μη σε μέλει για μας, προσέθηκεν η Φρόσω.
    -Δεν θέλω το κακό σας, είπεν ο ξένος.
    -Δεν μας μέλει, απήντησεν η Φρόσω.
    -Και να κοιτάζης τη δουλειά σου, είπεν ο Στέφος.
    Η άσχημος μορφή του ξένου εξέφρασε παράδοξον αίσθημα οργής.
    Την αυτήν στιγμήν η Μελάχρω, είτε είχεν υψώσει τυχαίως το βλέμμα από του έργου της, είτε ήκουσε την φωνήν των παιδίων, παρετήρησε την παρουσίαν του αγνώστου. Ανωρθώθη και επλησίασε.
    -Τι τρέχει; ηρώτησεν ανήσυχος. 
    Διότι από ολίγων ημερών πάντα, και τα ελάχιστα, ενεποίουν ανησυχίαν εις το ευαίσθητον της γυναικείας αυτής φύσεως.
    Ο ξένος είχε παρατηρήσει και πρότερον την παρουσίαν της γυναικός εκείνης, αλλ’ έδειξεν ότι το πρώτον ήδη την έβλεπε.
    -Περνούσα από δω, κυρά, απήντησε, και δεν ξέρω και καλά τους δρόμους και ήθελα να ερωτήσω.
    -Κι εμείς ξένοι είμαστε, απήντησεν ειλικρινώς η σύζυγος του Κώστα και δεν ξεύρομε κι εμείς καλύτερα τους δρόμους.
    «Α, είναι ξένοι λοπόν, διενοήθη ο άγνωστος. Ιδού φιλαλήθης γυνή. Αλλά το ήξευρα τούτο».
    -Δι’ ολίγας ημέρας θα μείνομεν εδώ, επέφερεν η Κώσταινα.
    «Και τούτο καλόν είναι να το μάθω», είπε καθ’ εαυτόν ο άγνωστος.
    -Μάννα, είπε μετά πονηρίας η Φρόσω, δεν μας ρώτησε το δρόμο.
    -Εμείς του είπαμε να τραβήξη τον δρόμον του, προσέθηκεν ο Στέφος.
    Η μήτηρ περιήλθε τότε εις αμηχανίαν και δεν είχε τι να είπη. Ο ξένος, όστις ήτο φαίνεται επιτήδειος, ενόησεν ευκόλως ότι όφειλε να δώση πέρας εις την συνδιάλεξιν ταύτην.
    -Εγώ φταίγω, κυρά, είπε, και θα τραβήξω τον δρόμον μου. Αδίκως σας πείραξα.
    Και τω όντι λαβών την ράβδον και την πήραν του, άτινα είχεν αποθέσει παρά την ρίζαν δένδρου, απεχαιρέτισε την Μελάχρω και απήλθε.
    Τα δύο παιδία εξηκολούθησαν την παιδιάν, όπου την είχον αφήσει.