Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Ζ’

     Τας ημέρας εκείνας ο Χρήστος Μηλιόνης, πρώτος αρματολός της Ακαρνανίας, έπεμψε κρύφα χωρικόν διαγγελέα προς τον Χαλήλ αγάν.
    Ο διαγγελέας ούτος ήτο κομιστής γραφής, ην είχε παραγγείλει να γράψωσιν ο Μηλιόνης. Η γραφή έλεγε περίπου:
    «Χαλήλ Αγά, σε χαιρετώ. Ηξεύρεις ότι η νέα οπού επήρες εις το σαράγι σου, είναι βαφτιστική μου. Η κόρη αυτή ήτον αρραβωνιασμένη, και έκαμες πολύ κακά να την αρπάξης. Αλλ’ αν εσύ έκαμες κακά, ο κατής της Άρτας έκαμε χειρότερα, να σε βγάλη αθώον εις αυτήν την περίστασιν. Απ’ όλους καλύτερα έκαμα εγώ, οπού υπήγα την Παρασκευήν με δύο παλληκάρια μου και με καμπόσους  
μ ο ν ό μ α τ ο υ ς και άρπαξα τον κατήν από μέσα απ’ το τζαμί της Άρτας. Είχα διάθεσιν να κάμω και εις εσέ το ίδιον, αλλ’ οι σύντροφοί μου δεν το κατάφεραν. Δεν πειράζει. Τώρα αν θέλω, ημπορώ να σε κάμω στάχτη μέσα στο σπίτι σου, σου το λέγω ακάκιωτα. Δεν το κάμνω, διατί θέλω να μου δώσης οπίσω την βαφτιστικήν μου και να σου δώσω κι εγώ οπίσω τον κατήν της Άρτας. Χέρι με χέρι. Γράψε μου γραφήν με τον ίδιον άνθρωπον να ξεύρω. Ταύτα και μένω. 
Χ ρ ή σ τ ο ς Μ η λ ι ό ν η ς».
    Την φοράν ταύτην χειρότερον του κατή της Άρτης έπραξεν ο Χαλήλ αγάς, όστις χωρίς μηδέ ν’ ανακοινώση προς την ενδιαφερομένην νέαν την γραφήν ταύτην του κλέφτου, έπιασε και αυτός κι έγραψε γραφήν ιδιοτελεστάτην και επισφαλεστάτην, ούτως έχουσαν:
    «Χρήστο Μηλιόνη, σε χαιρετώ. Έλαβα το γράμμα σου και είδα να μου γράφης να σου δώσω οπίσω την βαφτιστικήν σου, διά να μου δώσης τον κατήν της Άρτας. Δεν ηξεύρω αν η βαφτιστική σου σού είναι χρήσιμη, αλλ’ ο κατής της Άρτας δεν μου χρειάζεται εμένα. Και την βαφτιστικήν σου δεν ημπορώ να σου την δώσω, διότι με θέλει ως άνδρα της και είναι γυναίκα μου και ο ιμάμης ευλόγησε τους γάμους μας. Αν δεν ήθελε να γίνη γυναίκα μου, θα σου την έδινα. Αλλ’ αυτή ηθέλησε μοναχή της. Όσον διά να κάψης το σπίτι μου, καθώς με φοβερίζεις, φεύγω από σήμερα από την εξοχήν, και κλείομαι εις την πόλιν της Άρτας και αν θέλεις, εκεί έλα. Δεν θα εύρης άλλον κατήν διά να τον πάρης σκλάβον. Ταύτα και μένω. Χ α λ ή λ  α γ ά ς».
    Τώρα, εάν ο Χρήστος Μηλιόνης έδιδεν ευθύς διαταγήν να θανατώσωσι τον κατήν και τους δύο αγάδες (οι δεύτεροι όμως δεν ευρίσκοντο εις την εξουσίαν του, διότι οι Τσεκουραίοι εστρατοπέδευον αλλαχού τας ημέρας εκείνας), βεβαίως δεν θα ήτο ένοχος. Και όμως δεν έπραξε τούτο. Εις το γράμμα του αγά, δι’ ου ανήγγελλεν ούτος πομπωδώς ότι η νέα είχε γίνει εκούσα σύζυγός του, ο έμπειρος κλέφτης ωσφράνθη το ψεύδος. Εάν έγραφεν ειλικρινώς ότι εκβιασθείσα κατέστη η κόρη σύζυγος του Τούρκου, τότε θα τον επίστευεν ο Χρήστος. Αλλά το στομφώδες της επιστολής ταύτης τον κατέστησε φιλύποπτον. Ο Χρήστος έβαλε κατασκόπους ίνα δυνηθώσι ν’ ανακαλύψωσί τι. Αλλ’ ουδεμίαν ασφαλή είδησιν τω εκόμισαν και ούτοι.
    Ο Μηλιόνης είχεν ευκρινή συνείδησιν της θέσεώς του απέναντι των Τούρκων. Προέβλεπεν ότι έμελλε να κηρυχθή αντάρτης παρά της εξουσίας. Διότι μέχρι του χρόνου εκείνου ο Χρήστος ήτο υπόσπονδος και ενομίζετο σύμμαχος και υποτελής της Πύλης. Η παρασπονδία προήλθεν εκ μέρους των Τούρκων. Η αρπαγή της κόρης εκείνης και η παράδοξος απόφασις του κατή απετέλουν την παρασπονδίαν, καθ’ ην έννοιαν είχεν ο κλέφτης περί του πράγματος. Δεν ηδύνατο πολεμιστής αυτός να υπομείνη τοιαύτην ύβριν γενομένην προς την αναδεκτήν του. Όφειλε να τιμωρήση το έγκλημα τούτο, αν και μετά την τιμωρίαν, τα πράγματα δυσκόλως ηδύναντο να επανέλθωσιν εις το πρότερον καθεστώς.
    Διότι ο Χρήστος είχε βεβηλώσει το τζαμίον του Ταχήρ, τόπον άβατον και απάτητον εις τους απίστους, τόπον υπέρ παν άλλο μωαμεθανικόν τέμενος ιερόν και άσυλον, έχοντα ως ιδιαίτερον προνόμιον την ιδιότητα ταύτην. Και ομολογουμένως ο κλέφτης, ότε είχεν αποφασίσει να εισβάλει βιαίως εις το τζαμίον, διά ν’ αρπάση τον κατήν, όφειλε ν’ αναλογισθεί ταύτα πάντα. Διά τούτο δεν παρεπονείτο σήμερον, αν εκινδύνευεν. Εγίγνωσκε δε καλώς, ότι, και αν απέδιδε τους αιχμαλώτους, όπερ μόνον αντί της απολυτρώσεως της αναδεκτής του ηδύνατο να πράξει, πάλιν δεν εξησφαλίζετο απέναντι της Τουρκικής εξουσίας. Αλλ’ όμως επεθύμει διακαώς ν’ αποδοθή η απαχθείσα κόρη εις τους γονείς της, ν’ απολύση και αυτός τους τρεις Τούρκους και τότε ευχαριστημένος θα ήτο αν απεκηρύττετο. Διότι έμελλε να έχη το θάρρος του καθήκοντος και την ανάπαυσιν του συνειδότος. Αλλ’ η επιστολή εκείνη του Χαλήλ ήτο άλλη απροσδόκητος αναβολή της λύσεως.
    Εν τω μεταξύ έμαθεν, ότι οι αγάδες της Άρτης και των περιχώρων παρεσκεύαζον στρατείαν κατ’ αυτού. Περιεμένετο δε η αποκήρυξις να έλθη εκ Κωνσταντινουπόλεως, αλλ’ επειδή ηδύνατο να παρέλθη μην, οι φανατικότεροι επέμεναν να προλάβωσι την αποκήρυξιν ταύτην, βεβαίαν άλλως νομιζομένην. Προσέτι έλαβε και αλλαχόθεν επιβεβαίωσιν της ειδήσεως ότι συνήνεσεν η αναδεκτή του να καταστή του Τούρκου σύζυγος.Μετά δύο ή τρεις ημέρας μανθάνει, ότι η εκστρατεία, εξ Άρτης ορμωμένη, είχεν ήδη εκκινήσει κατ’ αυτού. Τότε ο κλέφτης επήρε την απόφασίν του, και διέταξε να θανατώσωσι τον κατήν και τους δύο αγάδες.