Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΣΤ’

     Βεβαίως φύσει εραστής του καλού πρέπει να ήτο ο πλούσιος γαιοκτήμων Χαλήλ εφένδης, όστις είχεν οικοδομήσει την φωλεάν του επί γραφικωτάτης κοιλάδος, περιβαλλομένης πανταχόθεν υπό φυτειών, θάμνων και αναδενδράδων. Και πολύ δύσκολος πρέπει να ήτο η νέα Βάσω, αν δεν ήτο ευχαριστημένη εκ της ευαρέστου ταύτης κατοικίας. Ο μάλιστα αμερόληπτος των διαιτητών, ο ειλικρινέστατος των ανθρώπων, αν προσεκαλείτο να συγκρίνη την πενιχράν οικίαν του πατρός της με την ανθηράν ταύτην έπαυλιν, αυθορμήτως σχεδόν έμελλε ν’ αποφανθή ότι η Βάσω ήτο πολύ ευτυχής αλλάξασα κατοικίαν.
    Η έπαυλις απείχε περί τα δισχίλια βήματα από της εγγυτέρας κώμης. Περιεβάλλετο δε υπό ελαιώνων και αμπέλων, χιλιάδων πλέθρων την έκτασιν, ων το τρίτον σχεδόν ανήκεν εις τον Χαλήλ.
    Αλλά πτωχαί τινες νεάνιδες ήσαν πάλαι ποτέ, ως φαίνεται, δύσκολοι και ποτέ δεν ευχαριστούντο. Η Βασίλω έκτην ήδη ημέραν έκλαιεν αδιακόπως, ενθυμουμένη τους γονείς της.
    Εις μάτην η μαύρη Φατμά, η οικονόμος του χαρεμίου, τη απέτεινε θωπευτικώτατα τον λόγον. Εις μάτην τη εδείκνυε τα κάλλη της φύσεως και τη προσέφερεν άνθη να οσφρανθή. Επί ώρας ολοκλήρους συμπεριπάτουν εις τον υπό δικτυωτού περιβαλλόμενον μέγαν κήπον. Η Βάσω σπανίως απήντα εις τας αφθόνους παρακελεύσεις της εβενόχρου γυναικός.
    -Κοίταξε τι ωραία γαρούφαλα, Βάσω, κοίταξε και τα τριαντάφυλλα κοντεύουν ν’ ανθήσουν. Ιδέ γάστρες, βασιλικό, δεντρολίβανα, μενεξέδες. Όλα αυτά ιδικά σου, κόρη μου. Θα γένης μεγάλη χανούμη, παιδί μου. Κανείς δεν θα έχει το ριζικό σου. Όλες θα σε φθονούν. Θα είσαι η σεβιλμέ, η πλέον αγαπημένη του εφένδη. Θα έχης όλα τα αγαθά εις τους πόδας σου. Κλαίεις πάλι;
    Τω όντι η νέα είχε κρύψει το πρόσωπον εις τας χείρας ακούουσα ταύτα.
    Η μαύρη της έλαβε την χείρα, και ανεσήκωσεν αυτής την κεφαλήν.
    -Είναι παράξενο να έχης όρεξη να κλαίης, παιδί μου. Και τι σου κάμαμε; Ποιος σ’ εμάλλωσε; Μη δεν είσαι η πλέον καλότυχη και η γ κ ι ο υ ζ έ λ  μ π α ς του χαρεμίου;
    Αντίρροπον αίσθημα λύπης, η άμπωτις αύτη της οργής, της πλημμυρούσης τας θλιβομένας καρδίας, είχεν αποξηράνει τα δάκρυα εις τους οφθαλμούς της νέας, ως ν’ απερροφήθησαν υπό της καιούσης τας παρειάς της φλογός.
    -Και όλοι σε αγαπούν εδώ, Βάσω, όλοι σε ζηλεύουν. Και θα είσαι ευτυχής, θα ζήσης υπερήφανα ως Σουλτάνα εις το σαράγι τούτο, Βασίλω. Και τι σου λείπει; Να, κοίταξε από το καφάσι να ιδής… όλα τα βλέπεις έξω, και τίποτε δεν σε βλέπει, πάρεξ ο ουρανός. Διατί στενοχωρείσαι; Μήπως τάχα θαρρείς, για να σου πω… (και η μαύρη προσελθούσα εγγύτερον, εταπείνωσε τον τόνον της φωνής) μήπως θαρρείς, ότι οι χανούμισσες δεν έχουν την άδεια να βλέπουν και τους άνδρες; διατί τάχα είναι τα καφάσια; Διά να κρύφτουν την χανούμισσα από τα μάτια των ανδρών, αλλ’ οι άνδρες δεν ημπορούν να κρυφτούν από τα μάτια της χανούμης. Οι χανούμισσες είναι σαν τα λούλουδα, οπού ανθούν μέσα εις τες γάστρες, σαν τα πουλιά που κελαδούν μες στα κλουβιά, σαν τ’ αστέρια που φέγγουν εκεί επάνω. Η κάθε μια χανούμισσα είναι ευτυχεστέρα από χίλιες χριστιανές, οπού ανακατώνονται με τους άνδρες και χάνουν την δρόσον τους, κι οπού κάμνουν όλες τες δουλειές και υποφέρουν όλα τα βάσανα των ανδρών.
    Η νέα έβλεπεν αλλαχόσε και δεν ήκουε πλέον τα λεγόμενα υπό της μαύρης. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη κρότος άνωθεν του δικτυωτού, εκ του μέρους του χαρεμίου. Η Φατμά, ήτις ήτο έμπειρος των πραγμάτων, ένευσε προς την νέαν. Αύτη ουδέν ενόησε.
    -Δεν κατάλαβες τι τρέχει; τη είπεν η γυνή αύτη. Άκουσες απάνω στο καφάσι; Είναι μία από τας γυναίκας του εφένδη, η Σουλμινιέ. Σ’ενόησε πως ευρίσκεσαι εις τον κήπον και ήλθε να σε περιεργασθή. Δεν ξέρεις πόσον σε ζηλεύουν. Πολύ καλά έκαμεν ο εφένδης να σε βάλη χωριστά να κατοικήσης. Ημπορούσαν να σε φαρμακώσουν.
    Η νεάνις εφρικίασεν. Η προς την ζωήν έμφυτος ορμή διηγέρθη εν αυτή.
    -Να με φαρμακώσουν; είπε, και τί κακό τες έκαμα;
    -Δεν εξετάζουν εκείνες τι τες έκαμες, βλέπουν οπού σε αγαπά πλειότερον ο εφένδης.
    Η νεάνις έκυψε και ήρχισε πάλιν να κλαίη. Πάλιν το κύμα της οργής την απέπνιγε και δεν ηδύνατο να λαλήση. Ησθάνετο παράδοξον και φρικώδη αποστροφήν ότε ήκουε την λέξιν ταύτην, ότι ο Χαλήλ την ηγάπα. Άλλην ερμηνείαν παρά τα δάκρυα δεν εύρισκε του αισθήματος τούτου.
    Εν τούτοις βήματα ηκούσθησαν την στιγμήν ταύτην και μετ’ ολίγον ενεφανίσθη ο Χαλήλ προσερχόμενος. Η Φατμά ηγέρθη και ως εφαίνετο ηρώτα διά του βλέμματος αν όφειλε ν’ αποχωρήση. Αλλ’ ο Χαλήλ τη ένευσε να μείνη.
    Προσελθών δε εις την νέαν ήρχισε να την φιλοφρονείται, ερωτών αυτήν περί της υγιείας της. Αύτη ουδέν απήντα.
    -Ήθελα να σ’ είπω κάτι άλλο, τη είπεν ο αγάς.
    -Τι άλλο;
    -Έπρεπε να μείνωμεν μίαν στιγμήν μόνοι.
    Τότε η νέα, ήτις δεν είχε σεισθή από της θέσεώς της, ιδούσα ορθίαν την μαύρην τη είπε·
    -Μείνε, Φατμά, μην πας πουθενά.
    Και προσέθηκε προς τον αγάν στραφείσα·
    -Είπαμεν, η Φατμά θα είναι πάντοτε μαζί μου.
    Ο αγάς έφερε την χείρα επί του στήθους και είπε:
    -Ας γένη το θέλημά σου, κ ο υ ζ ο ύ μ, αλλ’ ήθελα να σου πω κάτι…
    -Ημπορείς να μου το πης να είναι κι η Φατμά εδώ.
    -Είναι πολύ καλό… και πολύ κακό διά σένα.
    -Πολύ καλό και κακό…
    -Είναι διά τους γονείς σου…
    -Διά τους γονείς μου; είπε τρέμουσα η κόρη. Δεν μου το λέγεις; Τι σε πειράζει η Φατμά αν είν’ εδώ;
    -Ας είναι, είπεν ο αγάς, αφού το θέλεις. Σ’ είπα ότι οι γονείς σου έφυγαν απ’ το σπίτι τους.
    -Μου είπες.
    -Και δεν ήξευρε κανείς πού βρίσκονται.
    -Μου είπες.
    -Τώρα όμως το ξεύρουν. Η εξουσία ηύρε το καταφύγι τους.
    Η νέα ενέτεινε την προσοχήν.
    -Και οι αγάδες ζητούν εκδίκησιν.
    -Εκδίκησιν! επανέλαβε μετ’ αγανακτήσεως η νεάνις.
    -Εκδίκησιν διά τον κατήν, οπού τον άρπαξεν ο κλέφτης από το τζαμί.
    -Και τι φταίγουν οι γονείς μου;
    -Ο κλέφτης αυτός δεν είναι νονός σου;
    -Ποιος σου το είπε;
    -Το έμαθα.
    Η νέα έκαμε νεύμα ενδοιασμού.
    -Ε, και αν είναι νονός μου; εψέλλισε.
    -Δεν λέγω εγώ, ότι φταίγει ο πατέρας σου τίποτε. Οι αγάδες φωνάζουν ότι ο Μηλιόνης το έκαμε διά να ικανοποιήση σε, και ότι ο πατέρας σου ήτον συνεννοημένος.
    Η νέα εσκέφθη επί στιγμήν και είπε μετ’ αρκούσης ευστοχίας·
    -Δυνατόν να το έκαμεν ο … νονός μου διά να ικανοποιήση εμέ… αλλά τούτο δεν θα πη ότι ο πατέρας μου ήτον συνεννοημένος.
    -Διατί λοιπόν έφυγεν από το χωριό; αντέλεξεν ο αγάς.
    -Και πάλιν δεν φαίνεται και από τούτο ότι ήτον συνεννοημένος. Διότι ίσως να εφοβήθη κι έφυγε.
    -Τι να φοβηθή;
    -Τι να φοβηθή! επανέλαβε μετ’ αηδίας η νέα, και η λέξις αύτη εξέφραζεν όλην την οργήν και την αποστροφήν της προς τον αγάν. Τω όντι δεν είχε να φοβηθή τίποτε, προσέθηκεν ειρωνικώς.
    -Βέβαια, είπεν ο Χαλήλ, κατά γράμμα ερμηνεύων, ώστε δεν είχε λόγους να φύγη.
    Η νέα εσιώπησε.
    -Δι’ αυτό οι αγάδες λέγουν ότι είχεν είδησιν από τον Μηλιόνην, επανέλαβεν ο αγάς.
    -Τέλος, και αν είχεν είδησιν, ανέκραξεν η νεάνις, ήτον εις το δίκαιόν του.
    -Διατί;
    -Δεν μου είπες ότι ο κατής αυτός είχε δικαιώσει την διαγωγήν σου;
    -Ναι.
    -Τότε καλά τον έκαμε κι ο νονός μου, είπε τολμηρώς η νέα. Και ο πατέρας μου, αν ήτο συνεννοημένος, καλά έκαμε.
    Ο αγάς περιήλθε και αυτός εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε τι ν’ απαντήση. Εν τούτοις έλαβε θάρρος κι ήρχισε ν’ απολογείται διά μακρών. Αυτός δεν έπταιεν ότι την απήγαγεν, αλλ’ ο πατήρ της, όστις δεν ήθελε να τω τη δώση. Αυτός δεν επεθύμει το κακόν της, δεν ήθελε να την βλάψη. Και αν με τον καιρόν δεν την έπειθε να γίνη σύζυγός του, είχε σκοπόν να την απολύση, οικειοθελώς.
    -Διατί όχι τώρα; είπεν η κόρη.
    -Ελπίζω, γ ι α β ρ ο ύ μ, απήντησεν ο αγάς. Εάν η ελπίδα μου ευρεθεί απατημένη, τότε θα σ’ αφήσω.
    -Και τι σου φταίγει ο πατέρας μου και τον κατατρέχεις; Δεν φτάνουν όλα τα άλλα;
    -Εγώ δεν κατατρέχω, μικρή μου, τον πατέρα σου. Εγώ κακόν δεν του θέλω. Διά καλόν σου το είπα. Φταίγουν οι αγάδες, οπού τον κατηγορούν ως συνένοχον των κλεφτών, οπού άρπαξαν τον κατήν. Φταίγεις εσύ, αν επήρε σκλάβον τον κατήν ο νονός σου; Άλλο τόσο φταίγω κι εγώ, αν κατατρέχουν οι αγάδες τον πατέρα σου. Όπως κι αν είναι, ημπορείς εσύ να του κάμης καλόν, διότι κινδυνεύει.
    -Και πώς ημπορώ; είπε τρέμουσα η νέα.
    -Να με δεχθής δι’ άνδρα σου, είπεν αυθαδώς ο αγάς.
    Η νέα ήθελε να είπη π ο τ έ! αλλ’ ο φόβος της έκλεισε το στόμα.
    -Έχεις καιρόν να συλλογισθής, επανέλαβεν ο Χαλήλ. Θα πασχίσω κι εγώ να εμποδίσω τους αγάδες να μη τον εγκαλέσουν.
    Η νέα εταπείνωσε την κεφαλήν. Ο αγάς απήλθεν αφήσας αυτήν άκρως αδημονούσαν.
    Ήρχισε να εννοή την θέσιν της και να πείθηται ότι δεν είχεν όπλα να ανθίσταται κατά του αγά. Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν και η νέα απεσύρθη μετά της Φατμάς εις τον θάλαμον.
    Το σκότος καταπίπτον επί την γην, τη εκόμιζε πάντοτε βαθείς και μυστηριώδεις φόβους. Αλλ’ ο καλύπτων την ψυχήν αυτής ζόφος διεσχίζετο ενίοτε υπό αστραπιαίων ελπίδων. Αν ο νονός της, αν ο μέγας αυτός κλέφτης, ου το όνομα εφοβούντο οι Τούρκοι, ήρχετο με το ασκέρι του να διαρρήξη τας θύρας της βδελυράς εκείνης ειρκτής και να την ελευθερώσει!…