Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Ε’

     Παράδοξος τρόμος είχε διαδοθή τας ημέρας εκείνας εις τας τουρκικάς κοινότητας της Άρτης και των εγγύς μερών, ότε εγνώσθη ότι πλην του κατή της Άρτης, ον τόσον παραβόλως είχεν αρπάσει ο φοβερός κλέφτης της Ακαρνανίας εξ αυτού του τζαμίου, όπου τον εύρε προσευχόμενον, δύο άλλοι Τούρκοι εκ πλησιοχώρου κώμης απήχθησαν αυθημερόν αιχμάλωτοι. Οι εκτελέσαντες το δεύτερον τούτο ανδραγάθημα ήσαν οι αυτάδελφοι Μήτρος και Λάμπρος Τσεκούρας, σύντροφοι του Μηλιόνη αμφότεροι.
    Το περιεργότερον είναι, ότι, ως απεδείχθη ύστερον, τους δύο τούτους αγάδες, κατά λάθος τους απήγαγον οι ρηθέντες κλέφται. Εκείνοι ους είχον σκοπόν να συλλάβωσιν ήσαν άλλοι, ο Χαλήλ, ο άρπαξ της Βάσως, και ο σύντροφός του Εμίν, όστις τον είχε βοηθήσει εις την αρπαγήν. Αλλά τα γενόμενα δεν απογίνονται. Είτε κατά λάθος τους ηχμαλώτισαν, είτε απήγαγον αυτούς μη ευρόντες τους ζητουμένους, το αληθές ήτο ότι και άλλοι δύο Τούρκοι, πλην του κατή, ήσαν αιχμάλωτοι εις τα όρη της Ακαρνανίας.
    Έν πράγμα ελύπησε τον Χρήστον Μηλιόνην, ότι οι δύο Τσεκουραίοι, οι άριστοι εκείνοι σύντροφοι, δεν κατόρθωσαν να του φέρωσιν αυτόν τον Χαλήλ εις τας χείρας του. Αλλά τι να πράξη; Αυτός επροτίμησε να μεταβή εις Άρταν και ν’ αρπάση τον κατήν, ως δυσκολώτερον το πράγμα. Δεν ηδύνατο να προΐδη ότι οι δύο αδελφοί Τσεκουραίοι δεν έμελλον να εύρωσι τον Χαλήλ εις την έπαυλίν του. Αλλά περί τούτου εσκόπει τάχιστα να οργανίση εκστρατείαν.
    Ο ατυχής Νίκος δεν ετόλμα να κλαύση ενώπιόν του. Διότι ευρίσκετο εις το στρατόπεδον του κλέφτου από της ημέρας εκείνης, καθ’ ην εξεδόθη η απόφασις του κατή, μεθ’ ην ο Νίκος έκραξεν εις τον απορφανισθέντα πενθερόν του «Θάρρος!» και έλαβε την οδόν του όρους, όπως μεταβή και κομίση το άγγελμα εις τον κλέφτην. Ο Μηλιόνης, ότε έμαθε το ατύχημα της αναδεκτής του, ουδέν είπεν, αλλά το βλέμμα του εξετόξευσε κεραυνόν οργής. Πέντε μόλις παρήλθον ημέραι, και ο δεξιός ερμηνευτής του Κορανίου ευρίσκετο εις την εξουσίαν αυτού.
    Ο κατής δεν ανησύχει πολύ, διότι δεν τον εκακοποίουν. Ήλπιζεν ότι ηδύνατο να σώση την ζωήν του αντί λύτρων. Αλλά περί τούτου δεν είχεν αποφασίσει ακόμη ο Χρήστος.
    Όσον διά τον Κώσταν, ούτος είχεν ελευθερωθή από της φυλακής τη αυθορμήτω επινεύσει του κατή, την επαύριον ευθύς της καθείρξεως. Ο Μηλιόνης τω είχε παραγγείλει λάθρα να φύγει νύκτωρ εκ του χωρίου και να πορευθή πανοικεί μακράν οδόν, είς τινα κολίγαν του να καταφύγει, διότι αυτός είχεν απόφασιν να τιμωρήσει σκληρώς τον κατήν. Ηδύνατο ο Κώστας, καίπερ ηδικημένος, να κινδυνεύση και αύθις εκ μέρους των Τούρκων, και διά τούτο υπήκουσεν.
    Η δε Βάσω, η δύστηνος, τι είχεν απογίνει; Ατυχής Νίκος, να την έφθανον οι στεναγμοί του άραγε; Οσάκις ήκουε το όνομά της, έφερε τον βραχίονα εις το μέτωπον και έκρυπτε την μορφήν υπό την μακράν χειρίδα. Ιδών ο Μηλιόνης την συνήθειάν του ταύτην, έπαυσε να τω ομιλή περί της μνηστής του. Ο Νίκος, αν και δεν εφαίνετο εξησκημένος εις τα όπλα, μίαν χάριν εζήτησε παρά του Μηλιόνη, ήτοι, αν αποφασίση τον θάνατον του κατή, να τω επιτρέψη να τον φονεύση αυτός. Ο κλέφτης εμειδίασε.