Ρίχαρντ Βάγκνερ
1813 – 1883

Νεανικά χρόνια

Ο Βίλχελμ Ρίχαρντ Βάγκνερ (Wilhelm Richard Wagner) γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου 1813. Σε ηλικία έξι μηνών έχασε τον πατέρα του Καρλ Φρίντριχ Βάγκνερ, υπάλληλο της δημοτικής αστυνομίας της Λειψίας, από τύφο. Η μητέρα του, Γιοχάνα Ροζίνε Βάγκνερ (το γένος Πετς), εννέα μήνες μετά τον θάνατο του συζύγου της, ξαναπαντρεύτηκε με τον οικογενειακό φίλο Λούντβιχ Γκάγερ (1780-1821), γνωστό ηθοποιό, αξιόλογο ζωγράφο και ποιητή. Ο ίδιος ο Ρίχαρντ υποψιαζόταν ότι πραγματικός του πατέρας ήταν ο Γκάγερ και όχι ο Καρλ Φρίντριχ Βάγκνερ.

Αμέσως μετά τον γάμο της μητέρας του με τον Γκέγερ, η οικογένεια αφήνει τη Λειψία και εγκαθίσταται στη Δρέσδη. Σε ηλικία τεσσάρων ετών, ο Ριχάρδος έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική. Παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα μαθήματα του κάντορα του βασιλικού παρεκκλησίου Καρλ Φρίντριχ Σμιτ, προς απογοήτευση του πατριού του, που προσπαθούσε να του εμφυσήσει την αγάπη για τη ζωγραφική. Όμως, το νεαρό παιδί αποδείχθηκε αδέξιο και χωρίς κανένα ταλέντο στη ζωγραφική.

Το 1820 ο Βάγκνερ πηγαίνει στο Πόσεντορφ, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Δρέσδη, όπου διδάσκεται τα πρώτα γράμματα και παίρνει μαθήματα πιάνου από τον ιερωμένο παιδαγωγό Βέντσελ, ο οποίος του αποκαλύπτει τον κόσμο του Μότσαρτ και του μιλάει για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Υπήρξε ο άνθρωπος, που ξύπνησε στην ψυχή του Βάγκνερ τον θαυμασμό και την αγάπη για την Ελλάδα. Το 1821 ο πατριός του πεθαίνει και τον επόμενο χρόνο ο Βάγκνερ εγγράφεται στο περίφημο κολέγιο Κρόιτσερσούλε της Δρέσδης. Αμέσως δείχνει ιδιαίτερη έφεση στη μουσική και την ελληνική μυθολογία. Το 1826 μεταφράζει στα γερμανικά μερικές ραψωδίες από την Οδύσσεια του Ομήρου, υπό την ενθάρρυνση του καθηγητή του Σίλινγκ.

Το 1827 η οικογένειά του επιστρέφει στη Λειψία, το ίδιο και ο Βάγκνερ, που εγκαταλείπει το κολλέγιο. Στις 26 Μαρτίου ο Μπετόβεν αφήνει την τελευταίο του πνοή και ο θάνατος του μεγάλου μουσουργού τον συγκλονίζει. Τον επόμενο χρόνο συνεχίζει τις σπουδές του στο κολλέγιο Νικολάι της Λειψίας. Μελετά στη βιβλιοθήκη του θείου του Άντολφ Βάγκνερ και γοητεύεται από τον μύθο του Ταχγόιζερ. Τελειώνει το πρώτο δραματικό του έργο με τίτλο Λόιμπαλντ, μία πεντάπρακτη τραγωδία, επηρεασμένη από τα έργα των Σαίξπηρ, Γκαίτε και Σίλερ. Την ίδια περίοδο παίρνει μαθήματα αρμονίας και αντίστιξης από τον καθηγητή μουσικής Γκότλιμπ Μίλερ. Το 1829 συνθέτει τις πρώτες του σονάτες για πιάνο κι ένα κουαρτέτο για έγχορδα. Ο Μπετόβεν εξακολουθεί να τον γοητεύει και αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική, όταν παρακολουθεί μια παράσταση της όπερας Φιντέλιο. Τον επόμενο χρόνο εγγράφεται στο κολλέγιο Τόμας και παίρνει μαθήματα πιάνου και βιολιού.

Οι λαϊκές εξεγέρσεις που συμβαίνουν σε διάφορα σημεία της Ευρώπης τραβούν την προσοχή του νεαρού μουσικού, ο οποίος αρχίζει να ενδιαφέρεται για την πολιτική. Τον Οκτώβριο του 1830 η Λειψία γίνεται θέατρο επαναστατικών εκδηλώσεων. Οι φοιτητές κατεβαίνουν στους δρόμους και ο Βάγκνερ διαδηλώνει μαζί τους. Τον Φεβρουάριο του 1831 εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας για να παρακολουθήσει ανώτερα μαθήματα μουσικής. Την ίδια περίοδο συνθέτει τα επτά κομμάτια για φωνή και πιάνο, εμπνευσμένα από τον Φάουστ του Γκαίτε. Στις 23 Φεβρουαρίου 1832 με ιδιαίτερη χαρά βλέπει να εκτελείται δημόσια το πρώτο έργο Εισαγωγή Κοντσέρτου σε ντο μείζονα από την περίφημη ορχήστρα της γενέτειράς του Γκεβάντχάους.