Τζον Όσμπορν

Τζον Όσμπορν (1929 – 1994)
Τζον Όσμπορν (1929 – 1994)

Ο Τζον Όσμπορν (John Osborne) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους δραματουργούς του αγγλικού και παγκοσμίου θεάτρου τον 20ό αιώνα. Με το έργο του «Look Back in Anger» (1956), γνωστό στην Ελλάδα με τον τίτλο «Οργισμένα Νιάτα», ήταν ο εισηγητής ενός νέου κινήματος στο θέατρο της Μεγάλης Βρετανίας κι έγινε διάσημος ως ο πρώτος εκπρόσωπος της λογοτεχνικής γενιάς των «Οργισμένων Νιάτων» («Angry Young Men»).

Χάρη στον Όσμπορν, το αγγλικό θέατρο, στο οποίο είχε επικρατήσει το καλοφτιαγμένο έργο με θέμα τη ζωή των ανώτερων τάξεων, προσανατολίστηκε στα σύγχρονα προβλήματα, αποδίδοντάς τα με ένταση και ρεαλισμό.

Ο Τζον Τζέιμς Όσμπορν γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1929 στο Φούλαμ του Λονδίνου. Γιος ενός διαφημιστή και μιας μπαργούμαν, χρησιμοποίησε την ασφάλεια που έλαβε για τον θάνατo του πατέρα του και γράφτηκε εσωτερικός στο Μπέλμοντ Κόλετζ. «Οργισμένο νιάτο», καθώς ήταν, γρήγορα βαρέθηκε τη σχολική ευταξία κι επιτάχυνε την έξοδό του, όταν χειροδίκησε κατά του διευθυντή του σχολείου.

Εργάστηκε για ένα διάστημα ως δημοσιογράφος, μέχρις ότου προσελήφθη ως επιμελητής των ηθοποιών ενός περιοδεύοντος νεανικού θιάσου. Έτσι μυήθηκε στο θέατρο. Σύντομα άρχισε να εμφανίζεται και ο ίδιος στη σκηνή και αργότερα εργάστηκε, ως ηθοποιός και θεατρικός πράκτορας, σε διάφορους θιάσους
ρεπερτορίου σε επαρχιακές πόλεις.

Ο Τζον Όσμπορν το 1967Δοκίμασε επίσης τις δυνάμεις του στο γράψιμο. Το 1950 έγραψε το πρώτο θεατρικό του έργο με τίτλο «The Devil Inside Him» («Ο διάβολος μέσα του»), σε συνεργασία με τη φίλη και μέντορά του Στέλλα Λίντεν (1919-2005), η οποία υπήρξε ηθοποιός και από τους πρώτους φλογερούς έρωτές του.

Το 1956 εμφανίστηκε ως ηθοποιός στο Λονδίνο και τον ίδιο χρόνο ανέβηκε το έργο του «Οργισμένα Νιάτα», που τον έκανε διάσημο. Για πρώτη φορά παρουσιάζονταν στη σκηνή νεαρά παιδιά που δεν είχαν συμμετάσχει τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά βίωναν τις επιπτώσεις του σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον θλιβερό, χωρίς την ελπίδα κάποιου καλύτερου μέλλοντος. Ο ήρωάς του Τζίμι Πόρτερ – τον οποίο υποδύθηκε στον κινηματογράφο ο Ρίτσαρντ Μπάρτον – έγινε το σύμβολο των επαναστατημένων νέων της δεκαετίας του ‘50.

Το έργο αυτό θεωρείται ως το πιο αντιπροσωπευτικό του κινήματος των «Οργισμένων Νιάτων». Πήρε αυτό το όνομα από τον εκπρόσωπο Τύπου του θεάτρου, ο οποίος παρουσιάζοντας τον νεαρό συγγραφέα, τον περιέγραψε ως έναν «οργισμένο νέο». Ο χαρακτηρισμός αυτός επεκτάθηκε σε όλους τους σύγχρονούς του συγγραφείς, οι οποίοι στο έργο τους εξέφραζαν την οργή τους για τη διατήρηση των ταξικών διαχωρισμών στην αγγλική κοινωνία, εκδήλωναν την υπερηφάνεια τους για τους ταπεινής καταγωγής τρόπους τους και απεχθάνονταν τον σνομπισμό και την επιτήδευση.

Στο επόμενο θεατρικό έργο του Όσμπορν «The Entertainer» (1957) – στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως «Ο Γελωτοποιός» και «Ο νουμερίστας του μιούζικ-χολ» – προβάλλει την εικόνα μιας Βρετανίας που έχει χάσει την αυτοπεποίθησής της. Ο ήρωάς του είναι ένας αποτυχημένος κωμικός – τον υποδύθηκε τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο ο Λόρενς Ολίβιε – και ο Όσμπορν χρησιμοποιεί την παρακμή της παράδοσης των μιούζικ χολ ως μεταφορά για την παρακμή της ζωτικότητας της Μεγάλης Βρετανίας.

Στον «Λούθηρο» («Luther», 1961), έργο επικό με θέμα τον ηγέτη της Μεταρρύθμισης Μαρτίνο Λούθηρο, ο Όσμπορν απέδειξε, για άλλη μία φορά, την ικανότητά του να δημιουργεί επαναστατημένους χαρακτήρες με σκηνικό ενδιαφέρον. Το έργο παραστάθηκε και στο Μπρόντγουεϊ, αποφέροντας στον Όσμπορν ένα βραβείο Τόνι. Με τον γενικό τίτλο «Plays for England» (1962) παρουσίασε δύο έργα: «The Blood of the Bambergs», μία σάτιρα για τους βασιλικούς γάμους και «Under Plain Cover», το οποίο αναφέρεται στο παιχνίδι εξουσίας και υποταγής ενός αιμομικτικού ζευγαριού.

Ο Τζον Όσμπορν με τη σύζυγό του ηθοποιό Τζιλ Μπέννετ το 1973Στο «Inadmissible Evidence» (1964) πρωταγωνιστεί ένας δικηγόρος που μισεί τη ζωή του. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου είναι ένας μονόλογος, στον οποίο ο ήρωας μιλάει στο κοινό για τις αποτυχίες της ζωής του. Στο «A Patriot for Me» (1965) παρουσιάζει έναν ομοφυλόφιλο αυστριακό αξιωματικό της περιόδου πριν από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, ενώ στο «West of Suez» (1971) διαφαίνεται μία κάποια συμπάθεια για έναν τύπο βρετανού αποικιοκράτη που οι μέρες της αίγλης του έχουν παρέλθει. Το τελευταίο έργο του Όσμπορν «Déjàvu» (1992), είναι η συνέχεια των «Οργισμένων Νιάτων», καθώς ξαναβρίσκει τον ήρωά του Τζίμι Πόρτερ ύστερα από 35 χρόνια.

Το 1958 ο Όσμπορν και ο σκηνοθέτης Τόνι Ρίτσαρντσον – ηγετική μορφή του αγγλικού Free Cinema – ίδρυσαν μία εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών με την επωνυμία Woodfall Film Productions, η οποία έγινε παραγωγός των ταινιών «Οργισμένα Νιάτα» (1959), «Ο Γελωτοποιός» (1959) και «Τομ Τζόουνς-Επιχείρηση Κρεβατοκάμαρα» («Tom Jones», 1963), διασκευή του μυθιστορήματος του Χένρι Φίλντινγκ, σε σενάριο του Τζον Όσμπορν, ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Όσκαρ.

Και τις τρεις ταινίες σκηνοθέτησε ο Τόνι Ρίτσαρντσον, όπως και το πολεμικό δράμα «Η επέλαση της ελαφράς ταξιαρχίας» (The Charge of the Light Brigade», 1968) σε σενάριο του Όσμπορν. Ο Όσμπορν εμφανίστηκε ως ηθοποιός στις ταινίες του Μάικ Χότζες «Συλλάβατε τον Κάρτερ» («Get Carter», 1971) και «Φλας Γκόρντον» («Flash Gordon», 1980).

Το 1981 δημοσίευσε το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του, με τίτλο «A Better Class of Person», στην οποία αποκαλύπτει ότι το πάθος και η
οργή της μεγάλης του επιτυχίας «Οργισμένα Νιάτα» πήγαζε από τις πρώτες εμπειρίες της ζωής του. Καταφέρεται κατά της μετριότητας των άγγλων μικροαστών, όπως ενσαρκώνονται στο πρόσωπο της μητέρας του, την οποία μισούσε.

Αναφέρεται επίσης εκτενώς στον οξύθυμο, ασταθή και ευμετάβλητο χαρακτήρα του. Είναι ενδεικτικό της ιδιοσυγκρασίας του ότι νυμφεύτηκε πέντε φορές (απέκτησε ένα κορίτσι με την τρίτη σύζυγό του, την πεζογράφο και κινηματογραφική κριτικό Πηνελόπη Τζίλιατ. Δέκα χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το δεύτερο μέρος της αυτοβιογραφίας του, με τον τίτλο «Almost a Gentleman».

Δυνατός πότης και μανιώδης καπνιστής, ο Τζον Όσμπορν συχνά αναρωτιόταν: «Ποιος θέλει να γίνει 110 χρόνων αν αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να πίνει και να καπνίζει; Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος την παραμονή των Χριστουγέννων του 1994, όταν άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Κλάντον της Δυτικής Αγγλίας από επιπλοκές του διαβήτη, σε ηλικία 65 ετών.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ