Αντόνι Γκαουντί
1852 – 1926

Ο Καταλανός αρχιτέκτονας Αντόνι Γκαουντί είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Στο έργο του κατάφερε έναν εντυπωσιακό συγκερασμό της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής, προτείνοντας ιδιαίτερα τολμηρές στατικές λύσεις.

Πιο γνωστή κατασκευή του είναι η εκκλησία «Σαγράδα Φαμίλια» (Αγία Οικογένεια), στην Βαρκελώνη, που δεν πρόλαβε να τήν δει ολοκληρωμένη. Βρίσκεται ακόμη υπό κατασκευή και μέχρι το 2019 ήταν μια αυθαίρετη κατασκευή. Παραμένει το πιο δημοφιλές εργοτάξιο του κόσμου, καθώς κάθε χρόνο αναρίθμητοι επισκέπτες συρρέουν για να θαυμάσουν το σύμβολο αυτό της «Καταλανικής Αναγέννησης» («Renaixença»), που άρχισε να κατασκευάζεται το 1892.

Όταν, το 1878, ο Γκαουντί αποφοίτησε από τη σχολή αρχιτεκτονικής της Βαρκελώνης, ο διευθυντής της σχολής ανακοίνωσε στους συναδέλφους του καθηγητές: «Κύριοι, έχουμε δίπλα μας μια ιδιοφυϊα ή έναν παρανοϊκό». Τα κτίρια του ιδιοφυούς αρχιτέκτονα έμελλε να επιζητούν αυτή την τόσο αμφίρροπη ετυμηγορία, όντας ρευστά, πολύχρωμα και καμπυλόμορφα, στιγμιότυπα ενός σουρεαλιστικού ονείρου, τόσο πιο εξωτικά και απόκοσμα από όσα θα ακολουθούσαν στη μοντέρνα αρχιτεκτονική.

Ο Αντόνι Γκαουντί ι Κορνέτ γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1852, στην πόλη Ρέους της Καταλωνίας Ρέους, στα μεσογειακά παράλια τής Ισπανίας. Ήταν ταπεινής καταγωγής, γιος ενός χαλκουργού, ο οποίος μαζί με μια ανιψιά του έζησε αργότερα κοντά του.

Το πρώιμο ενδιαφέρον του για την αρχιτεκτονική τόν έφερε το 1870 στη Βαρκελώνη, το πολιτικό και πνευματικό κέντρο της Καταλωνίας και η πιο σύγχρονη η πιο σύγχρονη πόλη τής Ισπανίας από εκείνα τα χρόνια. Χρειάστηκε να περάσουν οκτώ χρόνια ώσπου να πάρει το πτυχίο του, γιατί διέκοψε τις σπουδές του για να κάνει τη στρατιωτική θητεία του.

Το αρχιτεκτονικό στυλ τού Γκαουντί πέρασε από διάφορες φάσεις. Στα πρώτα του έργα ακολούθησε έναν μάλλον φανταχτερό βικτωριανισμό, που ήταν ήδη φανερός στα σπουδαστικά του σχέδια. Γρήγορα όμως βρήκε έναν δικό του τρόπο να συνθέτει με τολμηρότατες επαλληλίες γεωμετρικών μαζών τις προσόψεις, τις οποίες ζωντάνευε με διακοσμητικά σχέδια από τούβλο ή πέτρα και με χαρούμενα κεραμεικά πλακίδια, καθώς και με ανθικά ή ερπετόμορφα μεταλλοτεχνήματα.

Ο Γκαουντί έφθασε σε ένα τύπο οικοδομής που αποκλήθηκε ισόρροπος —δηλαδή σε μια κατασκευή σχεδιασμένη να στέκεται από μόνη της, χωρίς εσωτερικά υποστηρίγματα, εξωτερικές αντηρίδες κ.λπ.— ή, όπως έλεγε ο Γκαουντί, όπως στέκεται ένα δέντρο. Εφάρμοσε το ισόρροπο αυτό σύστημα δόμησης σε πολυώροφα κτήρια κατοικιών (πολυκατοικίες) της Βαρκελώνης, όπως η Casa Battlo και η Casa Mila, δύο μόνο από τις ανορθόδοξες κατασκευές του.

Παρ’ ότι εκκεντρικός αρχιτέκτονας και απόκοσμος ως χαρακτήρας, με τον θαυμασμό που απέσπασε, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην «Καταλανική Αναγέννηση» («Renaixença»), που εκφράστηκε κυρίως στις εφαρμοσμένες τέχνες, παράλληλα με μια πολιτική αφύπνιση, που πήρε τη μορφή ενός φλογερού Καταλανισμού. Και τα δύο αυτά κινήματα επιδίωξαν να αναζωογονήσουν τον καταλανικό τρόπο ζωής, που χρόνια και χρόνια καταπιεζόταν από την ισπανική κυβέρνηση, στην οποία κυριαρχούσαν οι Καστιλιάνοι και κυρίως οι Μαδριλένοι.

Το θρησκευτικό σύμβολο της «Renaixença» στη Βαρκελώνη ήταν η εκκλησία τής «Σαγράδα Φαμίλια», με την οποία ασχολήθηκε ο Γκαουντί σε σχεδόν όλη τη σταδιοδρομία του. Η ανέγερση τής εκκλησίας αυτής τού ανατέθηκε από το 1883, αλλά δεν έζησε να τη δει τελειωμένη.

Ήταν το έργο ζωής ενός βαθιά θρησκευόμενου ανθρώπου. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Γκαουντί είχε αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στο δημιούργημά του «Σαγράδα Φαμίλια», ζώντας στην κρύπτη του ναού. Ήταν τόσο ευτελής η εμφάνισή του που όταν στις 7 Ιουνίου 1926 τόν χτύπησε ένα τραμ σε μια πολυσύχναστη διασταύρωση της Βαρκελώνης οι οδηγοί ταξί αρνήθηκαν αρχικά να τον πάνε στο νοσοκομείο πιστεύοντας ότι ήταν ζητιάνος.

Ο φημισμένος αρχιτέκτονας πέθανε τρεις ημέρες αργότερα, στις 10 Ιουνίου 1926, σε ηλικία 73 ετών. Αυτή η εικόνα της εγκατάλειψης δεν ανταποκρινόταν στο μέγεθος της φυσιογνωμίας του. Στις 12 Ιουνίου, η μισή Βαρκελώνη πήγε στην κηδεία του δημοφιλούς αρχιτέκτονα που λίγοι είχαν γνωρίσει από κοντά.