Στέφανος Στεφανόπουλος
1899 – 1982

Οικονομολόγος και πολιτικός από την Ηλεία, γόνος της οικογένειας των Στεφανοπουλαίων, της οποίας πολλά μέλη της διακρίθηκαν στην πολιτική σκηνή της χώρας μας.

Ο Στέφανος Στεφανόπουλος γεννήθηκε το 1899 στον Πύργο. Ήταν γιος του γιατρού, δημάρχου της πόλης και βουλευτή Χρήστου Στεφανόπουλου και της Φανής, το γένος Βακαλοπούλου, μιας γυναίκας με έντονη κοινωνική δράση. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Οικονομικά επί επταετία στο Παρίσι, όπου αναγορεύθηκε σε διδάκτορα.

Μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα (1929) ασχολήθηκε με την πολιτική και ανέλαβε την αρχηγία του Στεφανοπουλικού κόμματος. Το 1930 έδωσε πολιτική μάχη προς τον πανίσχυρο τότε Βενιζελισμό και σε αναπληρωματική εκλογή εξελέγη βουλευτής Ηλείας υπό τη σημαία του Λαϊκού Κόμματος. Στις 4 Νοεμβρίου 1932, με τη πρώτη Κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, αναλαμβάνει υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Εργασίας και στη συνέχεια υπουργός Εθνικής Οικονομίας, όπου και εγκαινιάζει νέα σύγχρονη εργατική πολιτική, η οποία λήφθηκε ως βάση στις μετέπειτα μεταρρυθμίσεις της εργατικής νομοθεσίας.

Την περίοδο της Κατοχής επέδειξε πατριωτική και φιλανθρωπική δράση. Μετείχε στην πρώτη κυβέρνηση της απελευθέρωσης υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου ως υπουργός Μεταφορών. Μετά την επιτυχία του «Λαϊκού Κόμματος» στις πρώτες μετακατοχικές εκλογές του Μαρτίου 1946 ανέλαβε υπουργός Συντονισμού και διατήρησε το χαρτοφυλάκιο αυτό τις διαδοχικές κυβερνήσεις των Πουλίτσα, Τσαλδάρη, Μάξιμου, Σοφούλη, Διομήδους, Θεοτόκη και Βενιζέλου, που ακολούθησαν, μέχρι τη διάλυση εκείνης της Βουλής το 1950. Η πενταετής παραμονή του στη νευραλγική αυτή θέση του έδωσε την ευκαιρία να θέσει τις βάσεις για την εκβιομηχάνιση και τον εξηλεκτρισμό της χώρας, παρότι η Ελλάδα βρισκόταν στη δίνη του εμφυλίου πολέμου.

Το 1951, λόγω των γενομένων αποκαλύψεων σε βάρος του Λαϊκού Κόμματος, αποχωρεί από το κόμμα για λόγους ηθικής τάξης και μαζί με 27 άλλους νέους Βουλευτές δημιουργεί το «Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα» (Λ.Ε.Κ.) με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Λίγο αργότερα, σύσσωμο το νέο κόμμα προσχώρησε στο «Συναγερμό» του Στρατάρχη Παπάγου και ο Στεφανόπουλος εξελέγη Βουλευτής στις εκλογές του 1952. Στις 19 Νοεμβρίου ο Παπάγος του ανέθεσε το Υπουργείο Εξωτερικών και στις 15 Δεκεμβρίου 1954 τον έχρισε και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Από τις 4 έως τις 6 Οκτωβρίου 1955 αναπλήρωσε τον πρωθυπουργό Παπάγο, όταν ο τελευταίος απεβίωσε.

Ως υπουργός Εξωτερικών, ο Στεφανόπουλος συνυπέγραψε με τον στρατάρχη Τίτο την Ελληνογιουγκοσλαβική Συμφωνία Συμμαχίας (28 Φεβρουαρίου 1953). Λίγο καιρό αργότερα υπέγραψε με τους Αμερικανούς την Ελληνοαμερικανική Συμφωνία περί παραχωρήσεων αεροπορικών βάσεων. Επίσης, επί υπουργίας του αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Σοβιετική Ένωση, ενώ οι σχέσεις με την Τουρκία παρουσίασαν σκαμπανεβάσματα, με χειρότερη εξέλιξη το πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Πόλης (Σεπτέμβριος 1955).

Ως αναπληρωτής πρωθυπουργός, ο Στεφανόπουλος ανέμενε ότι θα ήταν αυτός ο νέος ηγέτης του «Συναγερμού», έχοντας ως βασικό του ανταγωνιστή τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ο βασιλιάς Παύλος είχε άλλη γνώμη και υπέδειξε τον δυναμικό υπουργό Δημοσίων Έργων, Κωνσταντίνο Καραμανλή, ως διαδόχο του θανόντος στρατάρχη. Η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος έδωσε το χρίσμα στον μακεδόνα πολιτικό και ο Στεφανόπουλος, χολωμένος, εγκατέλειψε τον «Συναγερμό».

Το 1961 προσχώρησε στην Ένωση Κέντρου και έφθασε μέχρι την αντιπροεδρία των κυβερνήσεων του Γεωργίου Παπανδρέου, έως τον Ιούλιο του 1965. Μάλιστα, από τις 5 Ιουνίου 1964 διετέλεσε και υπουργός Συντονισμού, με αναπληρωτή υπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Τον Ιούλιο του 1965 κατά την περίοδο της «Αποστασίας» (Ανάμιξη του νεαρού βασιλιά Κωνσταντίνου στα πολιτικά πράγματα και παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου) αποχώρησε από την Ένωση Κέντρου, όπως και άλλοι βουλευτές του κόμματος. Με τη στήριξη της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ) σχημάτισε την τρίτη κυβέρνηση των Αποστατών στις 17 Σεπτεμβρίου 1965. Παρέμεινε στην πρωθυπουργία ως τις 22 Δεκεμβρίου 1966, όταν η ΕΡΕ του ήρε την εμπιστοσύνη, επιλέγοντας να συνεργασθεί με την Ένωση Κέντρου στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Παρασκευόπουλου, η οποία θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές το Μάιο του 1967. Οι εκλογές εκείνες δεν έγιναν ποτέ, λόγω του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου.

Πολιτεύτηκε και πάλι το 1977 με την ακροδεξιά Εθνική Παράταξη, της οποίας ήταν συναρχηγός με τον Σπύρο Θεοτόκη. Δεν εξελέγη και αποσύρθηκε οριστικά της πολιτικής.

Εκτός της πολιτικής, πλούσια ακόμη υπήρξε η συγγραφική του δράση, με βιβλία οικονομικού και πολιτικοφιλοσοφικού περιεχομένου. Ο Στέφανος Στεφανόπουλος υπήρξε σπουδαίος ρήτορας και θαυμαζόταν η ευστροφία του, η ταχύτητα έκφρασης και η περιεκτικότητα των λόγων του, που αποκάλυπταν τη βαθειά γνώση του αντικειμένου κάθε ομιλίας του.

Ήταν σεμνός, τίμιος και ευπατρίδης πολιτικός, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας από τη δεκαετία του '30 έως και τη δεκαετία του '60. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι αρκετοί πρωθυπουργοί του εμπιστεύθηκαν το κρίσιμο Υπουργείο Συντονισμού, ενώ ο Αλέξανδρος Παπάγος και ο Γεώργιος Παπανδρέου τον είχαν αντιπρόεδρό τους.

Οι νεώτεροι τον γνωρίζουν μέσα από την αμφιλεγόμενη στάση του την περίοδο της «Αποστασίας» και την ατυχή σύμπλευσή του με τα χουντικά απομεινάρια στις δεύτερες μεταπολιτευτικές εκλογές.

Ο Στέφανος Στεφανόπουλος ήταν άγαμος και ζούσε με τη μητέρα του Φανή. Πέθανε στην Αθήνα στις 6 Οκτωβρίου 1982.