Χέλμουτ Κολ
1930 – 2017

Χέλμουτ Κολ

Ο Γερμανός Χέλμουτ Γιόζεφ Μίκαελ Κολ (Helmut Josef Michael Kohl) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς του 20ου αιώνα, με τη μεγαλύτερη θητεία ως καγκελάριος της Γερμανίας (1982-1998) από την εποχή του Βίσμαρκ. Θεωρείται ο πρωτεργάτης της γερμανικής ενοποίησης (1990) και μαζί με τον Φρανσουά Μιτεράν, ο ιθύνων νους της Συνθήκης του Μάαστριχτ (1992), που οδήγησε στη μετεξέλιξη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) σε Ευρωπαϊκή Ένωση. Διετέλεσε πρωθυπουργός του ομοσπονδιακού κρατιδίου της Ρηνανίας - Παλατινάτου (1969-1976) και πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) επί 25ετία (1973-1998). Υπήρξε ο πολιτικός μέντορας της Άνγκελα Μέρκελ, την οποία προώθησε στα ανώτερα κλιμάκια του κόμματος.

Γέννηση, σπουδές και τα πρώτα πολιτικά βήματα

Ο Χέλμουτ Κολ γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1930 στο Λουντβιχσάφεν της Βαυαρίας (σήμερα στο ομοσπονδιακό κρατίδιο της Ρηνανίας - Παλατινάτου), στους κόλπους μιας οικογένειας συντηρητικών Καθολικών. Ήταν ο τρίτος γιος του Χανς Κολ, παλαίμαχου στρατιωτικού και δημοσίου υπαλλήλου, και της Τσετσίλιε Σνουρ. Σε ηλικία 10 ετών εντάχτηκε υποχρεωτικά στη νεολαία του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και το 1945, στα τέλη του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, στρατεύθηκε, αλλά δεν πρόλαβε να πολεμήσει. Έχασε, όμως, στα πεδία των μαχών τον μεγαλύτερο αδελφό του.

Το ενδιαφέρον του για την πολιτική εκδηλώθηκε αρκετά νωρίς, καθώς το 1947 συμμετείχε στην ίδρυση οργάνωσης νεολαίας της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης στη γενέτειρά του. Το 1950 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης, αλλά τον επόμενο χρόνο άλλαξε κατεύθυνση και σπούδασε ιστορία και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, από το οποίο έλαβε το διδακτορικό του το 1958.

Το 1959 εκλέχθηκε μέλος τής τοπικής Βουλής της Ρηνανίας - Παλατινάτου και τον επόμενο χρόνο νυμφεύτηκε τη Χανελόρε Ρένερ (1933-2001), με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Το 1969 εκλέχτηκε πρωθυπουργός του ομόσπονδου αυτού κρατιδίου και τον ίδιο χρόνο αναδείχθηκε αναπληρωτής πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Το 1973 ανέλαβε την προεδρία του κόμματος.

Στην κεντρική πολιτική σκηνή της Δυτικής Γερμανίας

Στις ομοσπονδιακές εκλογές της 3ης Οκτωβρίου 1976, ο Χέλμουτ Κολ εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά ο συνασπισμός της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης και της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU) δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία. Τότε, παραιτήθηκε από το αξίωμά του στο ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας - Παλατινάτου για να ηγηθεί της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Ομοσπονδιακή Βουλή της Βόννης.

Στη νέα κυβέρνηση, ο πρώην καγκελάριος πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) Χέλμουτ Σμιτ διατήρησε το αξίωμά του χάρη στον συνασπισμό τού κόμματός του με το μικρό κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP). Στις ομοσπονδιακές εκλογές της 5ης Οκτωβρίου 1980, ο Κολ παραχώρησε στον Φραντς - Γιόζεφ Στράους, ηγέτη της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης, την υποψηφιότητα για την καγκελαρία, αλλά ο συνασπισμός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και των Ελεύθερων Δημοκρατών εξασφάλισε την πλειοψηφία και διατήρησε τον Σμιτ στην εξουσία.

Γρήγορα, όμως, στο κυβερνητικό στρατόπεδο ξέσπασαν διαφωνίες, που οδήγησαν τους Ελεύθερους Δημοκράτες να υποστηρίξουν τον Κολ. Ο νέος συνασπισμός (CDU, CSU και FDP) έθεσε θέμα εμπιστοσύνης κατά του Σμιτ, τον εξανάγκασε σε παραίτηση από την καγκελαρία και στη συνέχεια έδωσε την απόλυτη πλειοψηφία στον Κολ, κατά την ψηφοφορία της 1ης Οκτωβρίου 1982 για την ανάδειξη νέου καγκελαρίου.

Ο Χέλμουτ Κολ και ο νέος κεντροδεξιός συνασπισμός νίκησαν με ευκολία στις εκλογές της 7ης Μαρτίου 1983. Η πολιτική του ήταν συντηρητικότερη από εκείνη του προκατόχου του, ενώ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής δέθηκε περισσότερο στο άρμα των ΗΠΑ. Η κυβέρνησή του αντιτάχθηκε στις διμερείς συνομιλίες με τη Σοβιετική Ένωση και υπερασπίστηκε την εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς στη χώρα τον Δεκέμβριο του 1983. Αποτέλεσμα ήταν η επιδείνωση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ, την Ανατολική Γερμανία και άλλες χώρες τού Ανατολικού συνασπισμού.

Ο ίδιος ήταν οπαδός της ευρωπαϊκής ιδέας, γεγονός που τόνιζε σε κάθε ευκαιρία. «Για εμάς τους Γερμανούς η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι συνδεδεμένη με τη μοίρα της χώρας. Δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική από εκείνη της ευρωπαϊκής ενοποίησης» έλεγε. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1984, μαζί με τον Φρανσουά Μιτεράν επισκέφθηκαν το Βερντέν κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, με αφορμή την 70η επέτειο από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1986, μαζί με τον Μιτεράν και τον Ζακ Ντελόρ, προώθησε με σθένος την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση με την υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης.

Το 1984 η κυβέρνησή του δέχθηκε σοβαρό πλήγμα με το «σκάνδαλο Φλικ», όταν βασικά στελέχη της κατηγορήθηκαν ότι δωροδοκούνταν από το γιγαντιαίο βιομηχανικό συγκρότημα Φλικ, το οποίο από το 1972 εξαγόραζε την επιρροή του στις δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Παραιτήθηκαν ο υπουργός Οικονομικών, Ότο Λάμπσντορφ, για συγκάλυψη φοροδιαφυγής της Φλικ και ο πρόεδρος της Βουλής, Ράινερ Μπάρτσελ. Ο ίδιος ο Κολ ανακρίθηκε για την υπόθεση αυτή από την κοινοβουλευτική επιτροπή έρευνας, αλλά αποδείχθηκε ότι όλα τα κόμματα, με εξαίρεση τους Πράσινους, χρηματοδοτούνταν από τη Φλικ. Το σκάνδαλο ωστόσο ζημίωσε αισθητά τη συνοχή του κυβερνητικού συνασπισμού, οι συνέπειες του οποίου φάνηκαν στις τοπικές εκλογές που ακολούθησαν.

Το 1986 ο Χέλμουτ Κολ κατηγορήθηκε για ψευδή κατάθεση στις κοινοβουλευτικές επιτροπές που διερευνούσαν παράνομες δωρεές προς το κόμμα του. Ο γενικός εισαγγελέας, όμως, απέρριψε τη σχετική προσφυγή. Τον ίδιο χρόνο, η κυβέρνησή του απέφυγε να εμπλακεί στην υπόθεση των αμερικανικών βομβαρδισμών στη Λιβύη με αεροπλάνα που απογειώνονταν από ευρωπαϊκές βάσεις.

Στις ομοσπονδιακές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 1987 νικητής αναδείχθηκε και πάλι ο κυβερνητικός κεντροδεξιός συνασπισμός και ο Κολ επανεκλέχθηκε για τέσσερα ακόμη χρόνια καγκελάριος, συγκεντρώνοντας τις 253 από τις 486 ψήφους της Βουλής. Αναπτύσσοντας την εξωτερική πολιτική της νέας κυβέρνησής του κατά τις προγραμματικές δηλώσεις στις 18 Μαρτίου, ο Χέλμουτ Κολ μίλησε για μόνιμη στρατιωτική απειλή από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας κι έδωσε προτεραιότητα στην ενίσχυση τής Δυτικής συμμαχίας, τάχθηκε όμως υπέρ ενός εκτεταμένου αφοπλισμού των δύο συνασπισμών.

Αργότερα, αναφερόμενος στις συνομιλίες Ρέιγκαν - Γκορμπατσόφ για τον πυρηνικό αφοπλισμό, δέχθηκε ότι αν επιτυγχανόταν συμφωνία για μείωση του αριθμού των πυραύλων μέσου βεληνεκούς, οι πύραυλοι Πέρσινγκ 1Α στο γερμανικό έδαφος έπρεπε να καταστραφούν. Τον Ιούλιο του 1987 ο Κολ επισκέφθηκε και πάλι την Κίνα, επικεφαλής εμπορικής αποστολής, ενώ στις αρχές Νοεμβρίου 1988 επισκέφθηκε τη Μόσχα, όπου είχε συνομιλίες με τον σοβιετικό ηγέτη Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Ο Κολ καγκελάριος στην ενιαία Γερμανία

Το αποκορύφωμα της πολιτικής σταδιοδρομίας του σημειώθηκε στις 3 Οκτωβρίου του 1990, τη μέρα επανένωσης της τότε Δυτικής με την Ανατολική Γερμανία. Παρά τις αντιρρήσεις ή ακόμα και τους φόβους που προκαλούσε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η εξέλιξη αυτή, ο Χέλμουτ Κολ έλαβε τελικά τη συγκατάθεση του τότε ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, για τη γερμανική επανένωση και την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από το έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας.

Στις ομοσπονδιακές εκλογές της 2ας Δεκεμβρίου 1990, τις πρώτες της ενιαίας Γερμανίας, ο κεντροδεξιός συνασπισμός υπό την ηγεσία του επικράτησε με άνεση. Στις 25 Μαΐου 1991 επισκέφθηκε τα Χανιά, συνοδευόμενος από τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, και παραβρέθηκε στον εορτασμό της επετείου από τα 50 χρόνια της Μάχης της Κρήτης. Στις 7 Φεβρουαρίου 1992 συνέβαλε καθοριστικά στην υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την ίδρυση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Στις ομοσπονδιακές εκλογές της 15ης Οκτωβρίου 1994, ο Χέλμουτ Κολ αναδείχθηκε για μία ακόμη φορά καγκελάριος, με τον κυβερνητικό συνασπισμό να υφίσταται απώλειες και να κερδίζει οριακά την απόλυτη πλειοψηφία. Όμως, στις ομοσπονδιακές εκλογές της 27ης Σεπτεμβρίου 1998, η Γερμανία επέλεξε να αφήσει πίσω της την εποχή Κολ και ν’ ανοίξει το κεφάλαιο της συγκυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων με καγκελάριο τον Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Ο ζωή του μετά την καγκελαρία και ο βιολογικός του θάνατος

Η εκλογική ήττα σηματοδότησε την αποχώρησή του από την καγκελαρία, ύστερα από 16 χρόνια και από την ηγεσία της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Τα ηνία του κόμματος ανέλαβε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος το 2000 αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, εξαιτίας ενός σκανδάλου με παράνομες χρηματοδοτήσεις, που συντάραξε για μία ακόμα φορά το CDU. Το σκάνδαλο αυτό αμαύρωσε και την υστεροφημία του Κολ, ο οποίος αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματα των χρηματοδοτών κι έτσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί και από την επίτιμη προεδρία του κόμματος. Στην προεδρία του κόμματος προώθησε την ευνοούμενή του Άνγκελα Μέρκελ, η οποία έκτοτε είχε μία μετεωρική άνοδο στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας. Το 2002 αποχώρησε οριστικά από την πολιτική, μετά τη λήξη της βουλευτικής του θητείας.

Το 2001 η σύζυγός του αυτοκτόνησε, πάσχοντας από μία σπάνια ασθένεια και το 2008 ο Χέλμουτ Κολ νυμφεύτηκε σε δεύτερο γάμο την 43χρονη Μάικε Ρίχτερ. Παρότι αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, παρέμεινε ενεργός πολιτικά, με συναντήσεις και δηλώσεις στον Τύπο. Τελευταία ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για τις πολιτικές της καγκελαρίου Μερκελ στην κρίση της Ευρωζώνης και στο Ουκρανικό.

Ο Χέλμουτ Κολ πέθανε στις 16 Ιουνίου 2017, στο Ογκερσάιμ (προάστιο του Λουντβιχσάφεν), σε ηλικία 87 ετών.