Ότο φον Μπίσμαρκ
1815 – 1898

Πρώσος πολιτικός, από τις σημαντικότερες πολιτικές φυσιογνωμίες του 19ου αιώνα. Έμελλε να γίνει ο δημιουργός και πρώτος καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (Β’ Ράιχ). Αν και συντηρητικών αντιλήψεων, υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος πολιτικός που εισήγαγε γενικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, το οποίο αργότερα κατέστη υπόδειγμα για όλα τα κράτη της Ευρώπης. Δική του είναι η περίφημη φράση «Πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού».

Ο Ότο φον Μπίσμαρκ (Otto von Bismarck) - γνωστός και ως Βίσμαρκ στη χώρα μας - γεννήθηκε στο Σενχάουζεν της Σαξωνίας την 1η Απριλίου 1815. Ο πατέρας του, Φέρντιναντ, ανήκε στην αριστοκρατική τάξη των γιούνκερ (ευπατρίδης γαιοκτήμονας στην Πρωσία) και η μητέρα του Βιλελμίνε Μένκεν ήταν θυγατέρα ενός ανώτατου δημοσίου υπαλλήλου.

Σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμιο Γοτίγγης (Γκέτιγκεν) και Βερολίνου. Ύστερα από μία σύντομη θητεία ως δικαστικός υπάλληλος στο Άαχεν, επέστρεψε για οκτώ ολόκληρα χρόνια στα κτήματα της οικογένειας. Δεν άργησε να αποκτήσει τη φήμη του καρδιοκατακτητή, του γερού πότη και του δεινού ιππέα. Το 1847 παντρεύτηκε τη Γιοχάνα φον Πούτκαμερ και τον ίδιο χρόνο εξελέγη μέλος της πρωσικής Βουλής. Ανήκε στη φιλομοναρχική και συντηρητική πτέρυγα του κοινοβουλίου και διακρινόταν για τη ρητορική του δεινότητα. Στην αρχή ήταν αντίθετος με τη γερμανική ενοποίηση, αλλά σταδιακά άρχισε να αποδέχεται την ιδέα ενός ενωμένου γερμανικού έθνους υπό την ηγεμονία της Πρωσίας.

Στις 22 Σεπτεμβρίου 1862 διορίστηκε πρωθυπουργός της Πρωσίας από τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α’. Ήδη από τον πρώτο του λόγο στη Βουλή διαφάνηκε το πρώτο δείγμα της πολιτικής του σκέψης: «Τα μεγάλα ζητήματα του παρόντος δεν είναι δυνατό να λυθούν με λόγους και ψηφοφορίες - αυτό υπήρξε το μεγάλο λάθος του 1848 και του 1849 - αλλά με αίμα και σίδερο». Εξαιρετικά ευφυής, οξύθυμος, καιροσκόπος και πανούργος, ο 47χρονος αυτός γιούνκερ, με το επιβλητικό παράστημα και τις πληθωρικές συνήθειες («έτρωγε με το ένα χέρι κεράσια και με το άλλο γαρίδες, και μετά παραπονιόταν ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί», θα πει γι’ αυτόν αργότερα ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Μπέντζαμιν Ντισραέλι) πήρε τη μοίρα της Γερμανίας, την οποία βεβαίως ταύτιζε με την Πρωσία, στα χέρια του.

Έπειτα από μία σύντομη εκεχειρία, Πρωσία και Αυστρία αποφάσισαν ότι είχε η έρθει ώρα για «αίμα και σίδερο». Ο «Πόλεμος των Επτά Εβδομάδων» ή Αυστρο-Πρωσικός Πόλεμος (14 Ιουνίου23 Αυγούστου 1866), στον οποίο έλαβε μέρος ως εθελοντής νοσοκόμος και ο Πρώσος Φρειδερίκος Νίτσε, έληξε με ήττα των Αυστριακών. Ο Βίσμαρκ πέτυχε τη διάλυση της παλαιάς Γερμανικής Ομοσπονδίας, απομακρύνοντας μια για πάντα τον μοναδικό υπολογίσιμο εσωτερικό εχθρό, την Αυστρία. Έπεισε, όμως, τον Γουλιέλμο Α' να αρκεστεί σε μετριοπαθείς όρους ειρήνης, γνωρίζοντας ότι «θα χρειαστούμε την ισχύ της στο μέλλον προς το συμφέρον μας». Η Αυστρία συμφώνησε να αναγνωρίσει «μια νέα μορφή Γερμανίας, χωρίς τη συμμετοχή της Αυστριακής Αυτοκρατορίας» και δημιούργησε μία δυαδική μοναρχία με την Ουγγαρία (Αυστρο-Ουγγαρία).

Για τον Βίσμαρκ, όμως, υπήρχαν εκκρεμότητες. Τα νότια γερμανικά κράτη της Βαυαρίας, της Βάδης και της Βυρτεμβέργης εξακολουθούσαν να εναντιώνονται στην ενοποίησή τους με την Πρωσία και τα λοιπά βόρεια κράτη. Ένας κοινός εχθρός θα του έδινε λύση στο πρόβλημα. Το 1870 ενορχήστρωσε και κέρδισε τον τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο (19 Ιουλίου 1870 – 10 Μαϊου 1871). Τον Φεβρουάριο του 1871 επέβαλε στη Γαλλία πολεμική αποζημίωση 5.000.000.000 φράγκων, μαζί με την απώλεια της Αλσατίας και της Λωρραίνης (Συνθήκη της Φραγκφούρτης). Ο Βίσμαρκ ήταν πλέον έτοιμος να δημιουργήσει τη νέα Γερμανική Αυτοκρατορία. Καθώς, όμως, δεν είχε ακόμη τη συγκατάθεση ολόκληρου του γερμανικού έθνους, προέβη πρώτα σε πλείστα παρασκηνιακά μαγειρέματα (π.χ. εξαγόρασε τον βασιλιά της Βαυαρίας με μεγάλα ποσά από μυστικά κονδύλια που διέθετε).

Η ανακήρυξη της νέας Γερμανικής Αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλλιών, στις 18 Ιανουαρίου 1871. Αυτοκράτορας στέφθηκε ο Γουλιέλμος Α', ο Βίσμαρκ όμως ήταν ο αδιαφιλονίκητος ήρωας του γερμανικού λαού. Ο ίδιος θεωρούσε την Αυτοκρατορία δημιούργημά του και αντιμετώπιζε κάθε προσωπικό αντίπαλό του ως άσπονδο εχθρό της.

Στις 21 Μαρτίου τιμήθηκε με τον τίτλο του πρίγκιπα και διορίστηκε καγκελάριος του Β' Ράιχ. Ως προς την εσωτερική του πολιτική, υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος πολιτικός που εισήγαγε γενικό σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, το οποίο παρείχε στους εργάτες κάλυψη για τις περιπτώσεις ατυχημάτων, ασθενείας και γήρατος. Αυτός ο «σοσιαλισμός» του συντηρητικού Βίσμαρκ, που αργότερα κατέστη υπόδειγμα για όλα τα κράτη της Ευρώπης, στόχευε να πλήξει τους σοσιαλδημοκράτες, που αύξαναν ραγδαία τη δύναμή τους.

Ως το 1890, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, ήταν ένας από τους δεινότερους πηδαλιούχους, όχι μόνο της Γερμανίας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης, κρατώντας τις ισορροπίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και διασφαλίζοντας την ειρήνη για 26 ολόκληρα χρόνια, μετά το Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Στις 18 Μαρτίου 1890 παραιτήθηκε από την καγκελαρία μαζί με τον γιο του Χέρμπερτ, υπουργό των Εξωτερικών, εξαιτίας των διαφορών του με τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β', που έδειχνε διαθέσεις ανεξαρτησίας και δεν σκόπευε να εξουσιάζεται από τον Βίσμαρκ, όπως ο προκάτοχός του.

Ο «Σιδηρούς Καγκελάριος», όπως επονομάσθηκε, αποσύρθηκε στο κτήμα του στο Φρίντριχσρου της Βόρειας Γερμανίας και αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη σύνταξη των «Σκέψεων και Αναμνήσεών» του («Gedanken und Erinnerungen»), έργου αδιαμφισβήτητης λογοτεχνικής αξίας, αλλά μάλλον αμφισβητήσιμου ως ιστορικής πηγής.

Ο Ότο φον Μπίσμαρκ, πέθανε στο Φρίντριχσρου στις 30 Ιουλίου 1898, σε ηλικία 83 ετών. Η διαμάχη του με τον Γουλιέλμο Β' συνεχίστηκε και μετά θάνατον, αφού η επιγραφή που είχε συντάξει για την επιτύμβια πλάκα του έχει ως εξής: «Αληθινός Γερμανός, θεράπων του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Α'».