Σεργκέι Ντιαγκίλεφ
1872 – 1929

Ρώσος ιμπρεσάριος, προστάτης των τεχνών και ανανεωτής του μπαλέτου. Δημιούργησε μία νέα αντίληψη στην αισθητική του μπαλέτου, συνδυάζοντας στις παραστάσεις του τα εκφραστικά μέσα άλλων μορφών τέχνης, όπως της μουσικής, της ζωγραφικής και του θεάτρου. Το 1909 ίδρυσε στο Παρίσι τα «Ρωσικά Μπαλέτα», τα οποία ανέδειξαν συνθέτες όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκι («Το πουλί τής φωτιάς», «Πετρούσκα», «Η Ιεροτελεστία της Άνοιξης») και χορογράφους, όπως ο Μιχαήλ Φοκίν, ο Βάσλαφ Νιζίνσκι και ο Λεονίντ Μασίν, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της μουσικής και του μπαλέτου τον 20ο αιώνα.

Ο Σεργκέι Ντιαγκίλεφ γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1872 (31 Μαρτίου με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο) στο Σελίστσι της περιφέρειας Νόβγκοροντ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του, Πάβελ Ντιαγκίλεφ, ήταν συνταγματάρχης του Ιππικού, αλλά τα πλούτη της οικογένειας προέρχονταν από την παραγωγή βότκας.

Η μητέρα του πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού και ο μικρός Σεργκέι μεγάλωσε με τη μητριά του Έλενα Πανάεβα, μία φιλότεχνη γυναίκα, με πολλές διασυνδέσεις στο χώρο τής μουσικής, η οποία ενθάρρυνε τις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες. Άρχισε να σπουδάζει πιάνο από τα μαθητικά του χρόνια και να συνθέτει τα πρώτα του έργα.

Το 1890 ξεκίνησε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, τις οποίες περάτωσε το 1896. Το μεγάλο του, όμως, ενδιαφέρον εστιαζόταν στη μουσική και γενικότερα στην τέχνη. Το 1893 έκανε το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό. Επισκέφθηκε τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Στο ταξίδι αυτό γνώρισε τον γάλλο μυθιστοριογράφο Εμίλ Ζολά και τους συνθέτες τής όπερας Σαρλ Γκουνό και Τζουζέπε Βέρντι. Αρχικά είχε σκοπό να ασχοληθεί με τη σύνθεση, αλλά ο συνθέτης Νικολάι Ρίμσκι - Κόρσακοφ τον αποθάρρυνε, μετά την ακρόαση ενός έργου του που δεν άφησε καλές εντυπώσεις.

Η εξέλιξη αυτή του άλλαξε προσανατολισμούς και του δημιούργησε την πεποίθηση ότι αποστολή του ήταν να γίνει προστάτης των τεχνών, όπως οι αρχαίοι ρωμαίοι μαικήνες. Τα τολμηρά του πειράματα στην όπερα και στο μπαλέτο και τα εκδοτικά του σχέδια απαιτούσαν μεγάλες επενδύσεις και η εφαρμογή τους αντιμετώπιζε εμπόδια από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπικό εισόδημα. Επιπλέον, στη Ρωσία τού 19ου αιώνα, η ομοφυλοφιλία του αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στη σταδιοδρομία του. Κατόρθωνε, όμως, να ξεπερνάει τα εμπόδια και να πετυχαίνει τους σκοπούς του, επιστρατεύοντας την προσωπική του γοητεία και τόλμη.

Το 1899 ανέλαβε την αρχισυνταξία της καλλιτεχνικής επιθεώρησης «Ο κόσμος της τέχνης» («Mir Iskysstva») και τον ίδιο χρόνο διορίστηκε βοηθός του πρίγκηπα Σεργκέι Βολκόνσκι στο Αυτοκρατορικό Θέατρο της Αγίας Πετρούπολης. Το 1905 διοργάνωσε μία ιστορική έκθεση προσωπογραφιών επιλεγμένων από τους θησαυρούς της ρωσικής τέχνης στο Ανάκτορο της Ταυρίδας στην πρωτεύουσα των Ρομανόφ.

Ο Ντιαγκίλεφ στο Παρίσι

Αποφασιστική καμπή στη ζωή του αποτέλεσε η εγκατάστασή του στο Παρίσι το 1906. Οργάνωσε μία έκθεση ρωσικής τέχνης και το 1907 μία σειρά από ιστορικές συναυλίες με έργα των ρώσων συνθετών. Το 1908 ανέβασε στην Όπερα των Παρισίων την όπερα του Μοντέστ Μουσόργκσκι «Μπόρις Γκοντούνοφ», με πρωταγωνιστή τον βαθύφωνο Φιοντόρ Σαλιάπιν, ένα από τα τρία επιδραστικότερα πρόσωπα της όπερας του 20ο αιώνα μαζί με τον Ενρίκο Καρούζο και την Μαρία Κάλλας.

Ήταν πια έτοιμος για το μεγάλο άλμα και την ίδρυση ενός θιάσου μπαλέτου, που πραγμάτωνε τα καλλιτεχνικά του οράματα. Η πρώτη εμφάνιση των «Ρωσικών Μπαλέτων» («Ballets Russes») έγινε στο Τεάτρ ντι Σατλέ των Παρισίων το 1909. Ανάμεσα στους χορευτές τού συγκροτήματος ήταν η Άννα Πάβλοβα, ο Βάσλαφ Νιζίνσκι, ο Λεονίντ Μασίν και ο Μιχαήλ Φοκίν.

Τα πρώτα δείγματα δουλειάς του μπαλέτου έδειξαν ότι οι συμβατικότητες της κλασικής χορογραφίας δεν είχαν καμία θέση στις πρωτότυπες παραστάσεις του Ντιαγκίλεφ. Οι χορογράφοι, επηρεασμένοι κυρίως από τον Φοκίν και τον Μασίν, δημιουργούσαν μία εντελώς νέα παράδοση, με στοιχεία από τους μιμητικούς χορούς και το μπαλέτο - παντομίμα. Οι συνθέτες, οι οποίοι κλήθηκαν να αλλάξουν τις παλιές μορφές, επηρεάστηκαν από τα δημιουργήματα της φαντασίας των ζωγράφων και των χορογράφων.

Η τέχνη του Ντιαγκίλεφ έφθασε στο αποκορύφωμά της με τα τρία μπαλέτα τού νέου ρώσου συνθέτη Ιγκόρ Στραβίνσκι «Το πουλί τής φωτιάς» (1910), «Πετρούσκα (1911) και «Η Ιεροτελεστία της Άνοιξης» (1913).

Ο Ντιαγκίλεφ έψαχνε ένα συνθέτη να γράψει μουσική για ένα μπαλέτο βασισμένο στο θρύλο του Πουλιού της Φωτιάς. Αρχικά το ανέθεσε στον συμπατριώτη του Ανατόλ Λιάντοφ. Καθώς, όμως, πλησίαζε η ώρα για τις δοκιμές, ο Ντιαγκίλεφ ρώτησε τον Λιάντοφ πώς πήγαινε η σύνθεση, για να πάρει την απάντηση «Πολύ καλά, μόλις αγόρασα χαρτί». Ο Ντιαγκίλεφ πανικοβλήθηκε και ανέθεσε την εντολή στον Στραβίνσκι που αποτελούσε τη δεύτερη επιλογή του.

Η μουσική του Στραβίνσκι για το «Πουλί της Φωτιάς» αποτελεί ορόσημο. Στην πρεμιέρα της στο Παρίσι, κανείς δεν είχε ακούσει τόσο πολύπλοκους ρυθμούς και παράξενες έως παρά­φωνες συγχορδίες. Παρόλα αυτά, το κοινό εντυπωσιάστηκε από το κομμάτι και τους νέους ήχους που είχε δημιουργήσει ο συνθέτης. Ο Στραβίνσκι ήταν μαθητής του Ρίμσκι - Κόρσακοφ, που, όπως προαναφέραμε, είχε τερματίσει τις συνθετικές φιλοδοξίες του Ντιαγκίλεφ. Το μπαλέτο είχε μεγάλη επιτυχία και ο Στραβίνσκι έγινε ο αγαπημένος του συνθέτης.

Στην «Πετρούσκα» ο Στραβίνσκι, χάρη στην επιμονή τού Ντιαγκίλεφ μετέτρεψε ένα συνηθισμένο κοντσέρτο για πιάνο, το οποίο ήδη επεξεργαζόταν, σ’ ένα μπαλέτο - παντομίμα, στο οποίο οι κούκλες ενός μαριονετίστα ζωντανεύουν στη σκηνή και χορεύουν τις φανταστικές ιστορίες τους.

Η «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» αποτελεί μία από τις πιο εκρηκτικές ορχηστρικές συνθέσεις του 20ού αιώνα και το ανέβασμα του μπαλέτου δημιούργησε σκάνδαλο στο Παρίσι. Οι πρωτάκουστες δυσαρμονίες και η βιαιότητα της μουσικής προκάλεσαν τέτοιες αντιδράσεις από το κομψό κοινό, ώστε ήταν αδύνατον στους χορευτές να ακούσουν την ορχήστρα. Η παράσταση, όμως, συνεχίστηκε με την ενθάρρυνση του Νιζίνσκι, ο οποίος, ανεβασμένος σε μία καρέκλα στις κουΐντες, τους φώναζε οδηγίες και τους έδινε τον ρυθμό με τα χέρια.

Η επιτυχία του συγκροτήματος το έκανε περιζήτητο στον κόσμο. Με επικεφαλής τον Ντιαγκίλεφ πραγματοποίησε πολλές περιοδείες στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στη Νότιο Αμερική. Το μπαλέτο έδινε ανελλιπώς παραστάσεις σε όλες τις σαιζόν από το 1909 έως το 1929, οπότε διαλύθηκε μετά τον θάνατο του ιδρυτή του. Παρουσίασε έργα πρωτοποριακών συνθετών και ζωγράφων από την Γαλλία, την Ιταλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Το ρεπερτόριό του περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, έργα των Ρίχαρντ Στράους, Κλοντ Ντεμπισί, Μορίς Ραβέλ και Σεργκέι Προκόφιεφ.

Παρά τη γοητεία και την επιρροή που ασκούσε, ο Ντιαγκίλεφ ήταν ένας άνθρωπος μοναχικός και ανικανοποίητος, μονίμως αδέκαρος και δυστυχισμένος στην προσωπική του ζωή, ένας ιδεαλιστής που δεν μπορούσε ποτέ να ικανοποιήσει την επιθυμία του για τελειότητα, αλλά που με το ερευνητικό του πνεύμα έσπερνε νέες ιδέες.

Έπασχε από χρόνιο διαβήτη κι ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο για παραστάσεις η υγεία του επιδεινώθηκε. Παρόλα αυτά, έφυγε για διακοπές στη Βενετία, όπου, ύστερα από μία κρίση με υψηλό πυρετό, έπεσε σε κώμα, από το οποίο δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 19 Αυγούστου του 1929, σε ηλικία 57 ετών. Η κηδεία του έγινε στο νησάκι του Σαν Μικέλε, στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, όπου βρίσκεται και σήμερα ο τάφος του.