Λα Βαλς

Ορχηστρικό έργο του σπουδαίου Γάλλου συνθέτη Μορίς Ραβέλ (1875-1937). Ο πρωτότυπος τίτλος του στα γαλλικά είναι La valse, un poème choréographique pour orchestra (Βαλς, χορογραφικό ποίημα για ορχήστρα).

Το έργο αυτό ήταν παραγγελία για μπαλέτο από τον διάσημο Ρώσο ιμπρεσάριο Σεργκέι Ντιαγκίλεφ (1872-1929). Ο Ραβέλ ξεκίνησε να το γράφει τον Φεβρουάριο του 1919 πάνω σε μία δική του ιδέα από το 1906 για ένα έργο-φόρο τιμής στο μουσικό είδος του βαλς και τον πιο διακεκριμένο εκπρόσωπό του, τον αυστριακό συνθέτη Γιόχαν Στράους υιό (1825-1899). Νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1911 ο Ραβέλ είχε ασχοληθεί ξανά με το βαλς, στην ορχηστρική σουίτα με τίτλο Valses nobles et sentimentales (Ευγενή και Συναισθηματικά Βαλς), ένα μοτίβο, το οποίο χρησιμοποίησε και στο υπό σύνθεση έργο του.

Ο Ραβέλ ολοκλήρωσε το Λα Βαλς στις αρχές του 1920, σε μια εποχή που οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές από το 1906 ή το 1911. Το βαλς, τώρα, δεν εκπροσωπούσε την ξένοιαστη και τρυφηλή ζωή της «Μπελ Επόκ», αλλά ένα κόσμο που ήταν υπεύθυνος για το μεγάλο μακελειό του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Σύμφωνα με την κριτική, στο έργο αυτό ο Ραβέλ παρουσιάζει τη γέννηση, την αποσύνθεση και την καταστροφή ενός μουσικού είδους, του βαλς.

Το αποτέλεσμα δεν άρεσε στον Ντιαγκίλεφ, ο οποίος το απέρριψε ως μπαλέτο. Μετά την εξέλιξη αυτή, οι σχέσεις των δύο ανδρών ψυχράθηκαν και δεν ξαναμίλησαν ποτέ. Όταν συναντήθηκαν τυχαία σε μια συναυλία το 1925, ο Ραβέλ αρνήθηκε να του σφίξει το χέρι και ο Ντιαγκίλεφ προσβεβλημένος τον κάλεσε σε μονομαχία, η οποία όμως δεν έγινε με τη μεσολάβηση κοινών φίλων τους.

Η πρεμιέρα του Λα Βαλς δόθηκε στο Παρίσι στις 12 Δεκεμβρίου 1920 και από τότε αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του ορχηστρικού ρεπερτορίου. Ο Ραβέλ αφιέρωσε το έργο στη ρωσοπολωνέζα πιανίστρια Μίσια Σερτ (1872-1950), ηγερία σημαντικών ανθρώπων της τέχνης στο Παρίσι των αρχών του 20ου αιώνα.

Το έργο, που διαρκεί γύρω στα 13 λεπτά, είναι ενορχηστρωμένο για πίκολο φλάουτο, 2 φλάουτα, 2 όμποε, αγγλικό κόρνο, 2 κλαρινέτα, μπάσο κλαρινέτο, 2 φαγκότα, κόντρα φαγκότο, 4 κόρνα, 3 τρομπέτες, 3 τρομπόνια, τούμπα, τύμπανα, μεγάλο ταμπούρο (γκρανκάσα), μικρό ταμπούρο κύμβαλα, τρίγωνο, ντέφι, γκονγκ, γκίρο, γκλόκενσπιλ, 2 άρπες και ορχήστρα εγχόρδων. Ο Ραβέλ παρουσίασε αργότερα και μια πιανιστική εκδοχή του Λα Βαλς.

Η πρεμιέρα του έργου ως μπαλέτου δόθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1926 στην Αμβέρσα του Βελγίου από τον χορευτικό θίασο της Φλαμανδικής Βασιλικής Όπερας. Το 1928 παρουσιάσθηκε από τα μπαλέτα της Ίντα Ρουμπινστάιν (1885-1960), ενώ ακολούθησαν οι χορογραφίες της Μπρονισλάβα Νιζίνσκα (1892-1972) το 1931 και του Ζορζ Μπαλανσίν (1904-1983) το 1951.