Ευθύμιος Κεχαγιάς
1819 – 1885

Έλληνας τραπεζίτης και πολιτικός. Εξελέγη κατ’ επανάληψη βουλευτής Παρνασσίδας (1853-1881), ενώ διετέλεσε δύο φορές Πρόεδρος της Βουλής (1865 - 1866) και τρεις φορές Υπουργός Οικονομικών (1863-1867). Παρότι δεν διέθετε πανεπιστημιακή μόρφωση, εξελέγη από τους μετόχους της υποδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας το 1861.

Ο Ευθύμιος Κεχαγιάς γεννήθηκε το 1819 στη Σεγδίτσα Παρνασσίδας (σημερινό Προσήλιο Φωκίδας). Από μικρός έμεινε ορφανός και στάλθηκε από τον θείο και κηδεμόνα του Αναγνώστη Κεχαγιά να μαθητεύσει στην πρώτη ελληνική σχολή που ίδρυσε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας στην Αίγινα. Η σχολή αργότερα μετονομάστηκε σε Α’ Γυμνάσιο και μεταφέρθηκε στην Αθήνα.

Αρχικά εργάστηκε στο χώρο του εμπορίου και στη συνέχεια προσελήφθη ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα επί διοικήσεως Γεωργίου Σταύρου. Εργατικότατος και ικανότατος υπάλληλος, στάλθηκε από την Εθνική το 1851 αρχικά στο Παρίσι και κατόπιν στο Λονδίνο, προκειμένου να μελετήσει το τραπεζικό σύστημα των χωρών αυτών. Με αυτή την ευκαιρία, μαζί με τα τραπεζικά μελέτησε και τις νέες ιδέες περί δημοσιονομικών θεμάτων.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα εξελίχθηκε ταχύτατα στην ιεραρχία της τράπεζας και όταν αυτή συγκρούστηκε με την κυβέρνηση Κριεζή (25 Οκτωβρίου 1853), λόγω παρεμβάσεων στη διοίκησή της, ο Κεχαγιάς αποφάσισε να πολιτευτεί για να εκπροσωπεί την Εθνική και τα συμφέροντά της στη Βουλή.

Εξελέγη κατ’ επανάληψη βουλευτής Παρνασσίδας μεταξύ των ετών 1853- 1881. Κατά την πρώτη βουλευτική θητεία του εκλέχθηκε πρώτος γραμματέας της Βουλής, καθώς και αντιπρόεδρος (1855-1856) επί προεδρίας Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Εκλέχθηκε εκ νέου αντιπρόεδρος κατά τη Β’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1863) επί προεδρίας Ζηνόβιου Βάλβη.

Λόγω των οικονομικών του γνώσεων, της στάσης του υπέρ της ελευθερίας του εμπορίου και της σύγχρονης οργάνωσης της οικονομίας, διατέλεσε υπουργός Οικονομικών τρεις φορές. Η πρώτη ήταν ολιγοήμερη, από τις 8 έως τις 11 Φεβρουάριου 1863 στην κυβέρνηση Δημήτριου Βούλγαρη. Η δεύτερη ήταν μεγαλύτερη, από τις 2 Ιουλίου 1863 έως τις 25 Οκτωβρίου 1863, στην κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου. Η τρίτη φορά ήταν και η πιο παραγωγική, από τις 18 Δεκεμβρίου 1866 έως τις 20 Δεκεμβρίου 1867. Τα δημόσια οικονομικά, επί των ημερών του, διέγραψαν πορεία άνθησης και συνέχισαν να βελτιώνονται τα επόμενα χρόνια, ως αποτέλεσμα ρυθμίσεων και αποφάσεων που ελήφθησαν επί των ημερών του.

Πρόεδρος της Βουλής εκλέχθηκε δύο φορές. Την πρώτη, στη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 1865, κατά την πρώτη περίοδο, αφού επικράτησε του συνυποψήφιου του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη με ψήφους 96 έναντι 31. Τη δεύτερη φορά εκλέχθηκε στην έκτακτη σύνοδο της ίδιας περιόδου, στις 10 Ιανουαρίου 1866 και διατήρησε το αξίωμα του έως τις 14 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου.

Από το 1861 ήταν υποδιοικητής της Εθνικής Τραπέζης, τα συμφέροντα της οποίας εξακολουθούσε να προωθεί με ζήλο. Το 1868 ανανεώθηκε η θητεία του στη θέση του υποδιοικητή, κάτι που συνέχισε να γίνεται επί επτά χρόνια. Χαρακτηριστικό της αφοσίωσής του στο ίδρυμα αποτελεί το γεγονός ότι ο θάνατος τον βρήκε εργαζόμενο στο γραφείο του, στις 24 Μαρτίου 1885.