Δημήτριος Ράλλης
1844 – 1921

Πανεπιστημιακός και πολιτικός, που διατέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Καταγόταν από τον αθηναϊκό κλάδο της βυζαντινής οικογένειας των Ράλληδων.

Ο Δημήτριος Ράλλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1844 και ήταν γιος του νομοδιδασκάλου και πολιτικού Γεώργιου Ράλλη. Ξεκίνησε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά η συμμετοχή του στις αντιοθωνικές φοιτητικές εξεγέρσεις ανάγκασε τον πατέρα του (Υπουργό Δικαιοσύνης των κυβερνήσεων Μιαούλη), να τον στείλει στο Παρίσι για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του, επειδή κινδύνευε με διαγραφή. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1866 με την αναγόρευσή του σε διδάκτορα νομικής για τη διατριβή του «Περί ναυτικών δανείων».

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα αποφάσισε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή καριέρα και εξελέγη υφηγητής του Εμπορικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το μικρόβιο της πολιτικής αποδείχτηκε ανθεκτικότερο και το 1872 εξελέγη βουλευτής Αττικής, εκλεγόμενος έκτοτε σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις έως τον θάνατό του. Ήταν τέτοια η πολιτική του δύναμη στην Αττική, που πρώτος αυτός έλαβε το προσωνύμιο Αττικάρχης.

Στη Βουλή αναδείχθηκε δεινός πολέμιος της φαύλης διακυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη και διακρίθηκε για το ρητορικό του ύφος, αλλά και την οξύτητα του χαρακτήρα του. Το 1875 προσχώρησε στην εκσυγχρονιστική παράταξη που συνέπηξε ο Χαρίλαος Τρικούπης και τον ίδιο χρόνο ανέλαβε το Υπουργείο Παιδείας, ενώ στη δεύτερη κυβέρνηση Τρικούπη το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το 1884 αποχώρησε από το Τρικουπικό Κόμμα και ίδρυσε δικό του, με την επωνυμία «Τρίτον Κόμμα», στο οποίο προσχώρησαν διακεκριμένοι βουλευτές. Για πρώτη φορά ανέλαβε πρωθυπουργός στις 18 Απριλίου 1897, όταν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό Πόλεμο. Παρότι φιλοπόλεμος, η σκληρά πραγματικότητα τον ανάγκασε με μεταβάλει ύφος και να προτείνει αυτός τη συνθηκολόγηση με την Τουρκία. Όμως, ανετράπη στη Βουλή (21 Σεπτεμβρίου 1897) και τον διαδέχτηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο οποίος υπέγραψε την ειρήνη.

Στη συνέχεια συντάχθηκε με τον Θεόδωρο Δημιγιάννη, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στα «Σανιδικά» και στις 28 Ιουνίου 1903 έγινε για δεύτερη φορά πρωθυπουργός, διαδεχθείς τον Γεώργιο Θεοτόκη, που ήταν ο διάδοχος του Τρικούπη. Παρέμεινε στην εξουσία έως τις 6 Δεκεμβρίου 1903, όταν έχασε την εμπιστοσύνη της Βουλής και παραιτήθηκε.

Μετά τη δολοφονία του Θεόδωρου Δηλιγιάννη, σχημάτισε για τρίτη φορά κυβέρνηση (9 Ιουνίου 1905), η οποία δεν μακροημέρευσε, αφού κατέπεσε στις 8 Δεκεμβρίου 1905. Για τέταρτη φορά ανέλαβε πρωθυπουργός στις 7 Ιουλίου 1909, μετά την παραίτηση του μεγάλου αντιπάλου του Γεώργιου Θεοτόκη και παρέμεινε στην εξουσία έως τις 15 Αυγούστου 1909, όταν καταργήθηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο με την Επανάσταση στου Γουδή.

Για πέμπτη και τελευταία φορά έγινε πρωθυπουργός μετά της εκλογές του 1920, όταν ο ελληνικός στρατός πολεμούσε στη Μικρά Ασία. Παρέμεινε επί δίμηνο στην εξουσία (4 Νοεμβρίου 1920 - 24 Ιανουαρίου 1921) και παραιτήθηκε, λόγω διαφωνιών με τον ισχυρό άνδρα της αντιβενιζελικής παράταξης Δημήτριο Γούναρη. Ενδιάμεσα και κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου είχε διατελέσει υπουργός στις βασιλόφρονες κυβερνήσεις των Αλεξάνδρου Ζαΐμη και Στέφανου Σκουλούδη.

Ο Δημήτριος Ράλλης πέθανε στις 6 Αυγούστου 1921 από ανίατη ασθένεια. Διακρίθηκε για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την εντιμότητα και την ειλικρίνειά του, ενώ ανάλωσε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για πατριωτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Όμως, η οξύτητα και η βιαιότητα του χαρακτήρα του, τον εμπόδισαν να δημιουργήσει ισχυρό πολιτικό κόμμα για να αναδείξει στην πράξη τις αναμφισβήτητες πολιτικές του ικανότητες. Εν τούτοις, με τα πέρασμα του χρόνου έγινε μετριοπαθέστερος και ίσως αν ζούσε θα μπορούσε να διαδραματίσει συμβιβαστικό ρόλο στις κατοπινές δραματικές εξελίξεις, που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Γιος του ήταν ο κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης (1878 - 1946) και εγγονός του ο επίσης πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης (1918 - 2006).