Δημήτριος Γούναρης
1867 – 1922

Αχαιός πολιτικός, που ηγήθηκε της αντιβενιζελικής παράταξης και διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας (1915, 1921 - 1922). Ήταν ένας από τους «Έξι» που εκτελέστηκαν στο Γουδή, ως υπαίτιοι της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Ο Δημήτριος Γούναρης γεννήθηκε στην Πάτρα στις 5 Ιανουαρίου 1867. Γονείς του ήταν ο σταφιδέμπορος Παναγιώτης Γούναρης με καταγωγή από το Άργος και η Μαρία Αλεξοπούλου. Το ζεύγος Γούναρη είχε αποκτήσει και δύο θυγατέρες την Αμαλία και την Ιουλία. Φιλομαθής από νεαρή ηλικία, γνώριζε ήδη δύο γλώσσες (γαλλικά και γερμανικά), όταν αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Πατρών το 1884.

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία τελείωσε με άριστα το 1889 και κατόπιν αναγορεύτηκε διδάκτορας του Δικαίου. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Λειψίας, Χαϊδελβέργης, Γοτίγγης και Μονάχου. Παρακολούθησε, επίσης, παραδόσεις κοινωνιολογίας και πολιτικών επιστημών στο Παρίσι και στο Λονδίνο.

Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του πατέρα του τον υποχρέωσε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Τον Νοέμβριο του 1892 διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Πατρών και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε ένας από τους διαπρεπέστερους δικηγόρους της πόλης, εντυπωσιάζοντας με την ευρύτατη νομική του κατάρτιση, την εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και τη ρητορική του δεινότητα.

Παρά την αλματώδη επαγγελματική του ανέλιξη, παρέμεινε απλός, προσηνής και ταπεινός. Απέφευγε τις κοσμικές εκδηλώσεις και τα «γλέντια», μένοντας άυπνος μέχρι αργά τη νύχτα, παρέα με τα βιβλία του και λίγους εκλεκτούς φίλους. Δεν του άρεσε το ποτό και το καλό φαΐ, καθώς ήταν μάλλον χορτοφάγος. Η μόνη κατάχρηση που επέτρεπε στον εαυτό του ήταν το κάπνισμα. Στο σπίτι του, που ήταν γεμάτο βιβλία, δέσποζαν τα πορτρέτα του Μπίσμαρκ και του Τρικούπη.

Για πρώτη φορά αναμίχθηκε στην πολιτική το 1902, όταν εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής Πατρών στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου. Στους λόγους του στη Βουλή, αναφορικά με το σταφιδικό ζήτημα, έπαιρνε πάντα το μέρος των σταφιδεμπόρων, ενώ σε άλλες αγορεύσεις του υποστήριξε ότι ο λαός οφείλει αγόγγυστα να πληρώνει τους φόρους. Οι θέσεις του αυτές τον αποξένωσαν από τις λαϊκές μάζας, με συνέπεια να μην εκλεγεί βουλευτής στις εκλογές της 20ης Φεβρουαρίου 1905.

Εξελέγη, όμως, στις επόμενες εκλογές (20 Μαρτίου 1906), ως επικεφαλής του Θεοτοκικού συνδυασμού της Πάτρας. Λίγο μετά την εκλογή του, πήρε μέρος στη σύμπηξη ανεξάρτητης ομάδας με τους Εμμανουήλ Ρέπουλη, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Xαράλαμπο Βοζίκη, Ανδρέα Παναγιωτόπουλο, Απόστολο Αλεξανδρή και Στέφανο Δραγούμη. Τα μέλη αυτής της ομάδας αποκλήθηκαν «Ιάπωνες» από τον δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας «Ακρόπολις», Βλάση Γαβριηλίδη, ο οποίος παρομοίωσε τη μαχητικότητα που επεδείκνυαν στη Βουλή με την ορμητικότητα των ιαπώνων στρατιωτών κατά τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο (1904-1905).

Στις 21 Ιουνίου 1908, ο Γούναρης αποχώρησε από την ομάδα των «Ιαπώνων», αποδεχόμενος την ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη, την οποία τόσο είχε πολεμήσει. Τον ίδιο χρόνο εγκατέλειψε οριστικά τη δικηγορία κι έκλεισε το γραφείο του στην Πάτρα. Στις 16 Φεβρουάριου 1909 παραιτήθηκε, επειδή η Βουλή ανέβαλε τη συζήτηση των οικονομικών νομοσχεδίων του, χωρίς όμως και ν’ αποχωρήσει από το Θεοτοκικό Κόμμα.

Μετά την Επανάσταση στου Γουδή (15 Αυγούστου 1909), ο Γούναρης ηγήθηκε του παλαιού πολιτικού κόσμου, μολονότι εξακολούθησε να διατηρεί κάποιο βαθμό ανεξαρτησίας. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου 1910 προτίμησε να απόσχει, μαζί με τα παλαιά κόμματα. Στις εκλογές όμως της 11ης Μαρτίου 1912, στις οποίες μετείχαν τα παλαιά κόμματα, πήρε μέρος ως ανεξάρτητος και κατόρθωσε να εκλεγεί και πάλι βουλευτής Πατρών.

Στις 21 Φεβρουάριου 1915, εκδηλώθηκε η διαφωνία μεταξύ του Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου σχετικά με την έξοδο της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, που οδήγησε στον «Εθνικό Διχασμό». Ο Βενιζέλος, θερμός φίλος της Αντάντ, υποστήριζε ανεπιφύλακτα την έξοδο στο πλευρό των Αγγλογάλλων, ενώ ο Γούναρης επέμενε στη διατήρηση της ουδετερότητας, η οποία, ουσιαστικά, εξυπηρετούσε τους Γερμανούς. Αποτέλεσμα της διαφωνίας αυτής ήταν η παραίτηση του Βενιζέλου από την πρωθυπουργία.

Τότε, ο Γούναρης ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση (24 Φεβρουάριου 1915), κρατώντας ο ίδιος και το υπουργείο Στρατιωτικών. Αφού ίδρυσε δικό του κόμμα («Κόμμα των Εθνικοφρόνων»), προκήρυξε εκλογές για τις 31 Μαΐου 1915, κατά τις οποίες ηττήθηκε. Δεν παραιτήθηκε, όμως, αμέσως. Με πρόσχημα την ασθένεια του βασιλιά Κωνσταντίνου, η σύγκληση της νέας Βουλής αναβλήθηκε για τις 3 Αυγούστου 1915 και η παραίτηση της κυβέρνησης Γούναρη υποβλήθηκε την επομένη, στις 4 Αυγούστου.

Την ίδια αμέσως ημέρα σχημάτισε κυβέρνηση ο Βενιζέλος, ο οποίος κι άρχισε πολεμικές προετοιμασίες, προσέκρουσε όμως στην άρνηση του βασιλιά να δεχθεί την έξοδο της Ελλάδας από την ουδετερότητα και γρήγορα παραιτήθηκε (23 Σεπτεμβρίου 1915). Την επομένη της παραίτησής του σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, στην οποία ο Γούναρης ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο διατήρησε και στην επόμενη κυβέρνηση, που σχημάτισε ο Στέφανος Σκουλούδης (25 Οκτωβρίου 1915).

Στις 6 Δεκεμβρίου 1915 έγιναν και πάλι εκλογές, κατά τις οποίες ο Βενιζέλος τήρησε αποχή και οι «Εθνικόφρονες» του Γούναρη πλειοψήφησαν. Ως αρχηγός της πλειοψηφίας, ο Γούναρης δεν ανέλαβε την πρωθυπουργία κι εξακολούθησε να κρατάει ουδετερόφιλη στάση σε όλες τις μετέπειτα βραχύβιες κυβερνήσεις. Με την έκρηξη του κινήματος της Θεσσαλονίκης (16 Αυγούστου 1916) και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου (29 Μαΐου 1917), ο Γούναρης, σύμφωνα με αξίωση των Συμμάχων, παραδόθηκε στις γαλλικές στρατιωτικές αρχές (7 Ιουνίου 1917) και μεταφέρθηκε στην Κορσική, από όπου δραπέτευσε στις 24 Νοεμβρίου 1918 και κατέφυγε στη Σιένα της Ιταλίας.

Επανήλθε στην Ελλάδα τις παραμονές των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, μετονόμασε το κόμμα του σε «Λαϊκό» και κέρδισε τις εκλογές, υποσχόμενος κατάπαυση των επιχειρήσεων στο Μικρασιατικό μέτωπο. Δεν σχημάτισε, όμως, κυβέρνηση ο ίδιος, αλλά ο Δημήτριος Ράλλης (4 Νοεμβρίου 1920). Αρκέσθηκε στην ανάληψη του Υπουργείου Στρατιωτικών, όπως και στην κατοπινή κυβέρνηση του Νικολάου Καλογερόπουλου.

Στις 26 Μαρτίου 1921 ανέλαβε ο ίδιος τη διακυβέρνηση της χώρας, όταν η Μικρασιατική Εκστρατεία άρχισε να λαμβάνει δυσάρεστη τροπή για τα ελληνικά όπλα. Ο τουρκικός στρατός, υπό την ηγεσία του Κεμάλ, είχε ανασυνταχθεί. Η Γερμανία ήταν ήδη ηττημένη και οι Σύμμαχοι δυσπιστούσαν σ’ αυτόν. Υποχρεωμένος από τα πράγματα να τηρήσει φιλοσυμμαχική στάση, υποσχέθηκε συνέχιση του πολέμου στη Μικρά Ασία. Κάλεσε στα όπλα νέες ηλικίες και το καλοκαίρι τού 1921 ο ελληνικός στρατός διενήργησε ευρείας κλίμακας επιχειρήσεις, οι οποίες τελικά απέτυχαν. Οι Σύμμαχοι, τότε, προσεταιρίστηκαν οριστικά πια τον Κεμάλ. Όταν και η προσπάθειά του να συνάψει εξωτερικό δάνειο απέτυχε επίσης, ο Γούναρης κατέφυγε σε εσωτερικό δάνειο, με διχοτόμηση του νομίσματος (25 Μαρτίου 1922). Όλες του οι προσπάθειες εξάλλου για πολιτική λύση του Μικρασιατικού σημείωναν την ίδια αποτυχία και, τέλος, στις 3 Μαΐου 1922 αναγκάστηκε να παραιτηθεί.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και το στρατιωτικό κίνημα Πλαστήρα (11 Σεπτεμβρίου 1922), και ο Γούναρης συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Κατά τη διάρκεια της δίκης ασθένησε και μεταφέρθηκε σε κλινική. Μετά την έκδοση της απόφασης του έκτακτου στρατοδικείου, με την οποία αυτός και οι πέντε συγκατηγορούμενοί του (Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Γεώργιος Μπαλτατζής, και Γεώργιος Χατζανέστης) καταδικάστηκαν σε θάνατο, μεταφέρθηκε από την κλινική, όπου νοσηλευόταν, στις φυλακές Αβέρωφ. Το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1922 οι «6» εκτελέστηκαν με τυφεκισμό στο Γουδή.

Σχετικά