Μια βραδιά με τον Μπετόβεν

Στις 8 Δεκεμβρίου 1813 ο διάσημος γερμανός συνθέτης Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (177-1827) έδωσε ένα φιλανθρωπικό κοντσέρτο στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, οι εισπράξεις του οποίου θα διατίθενταν στους τραυματίες αυστριακούς στρατιώτες της Μάχης του Χανάου (30 - 31 Οκτωβρίου 1813). Στο Χανάου της Έσσης, ο υποχωρών Ναπολέων νίκησε τον αυστροβαυαρικό στρατό του στρατάρχη Καρλ Φίλιπ φον Βρέντε, αλλά η νίκη του αυτή δεν αναθεώρησε την απόφασή του να εγκαταλείψει την Κεντρική Ευρώπη και να επιστρέψει στη Γαλλία, μετά την καθοριστική ήττα του στη Μάχη της Λειψίας (16 - 19 Οκτωβρίου 1813).

Μεταξύ των έργων που παρουσιάστηκαν σε εκείνη τη συναυλία ήταν και δύο ολοκαίνουργιες συνθέσεις του Μπετόβεν: η Συμφωνία αρ. 7 σε Λα μείζονα, έργο 92 και η Νίκη του Γουέλινγκτον. Στην ορχήστρα συμμετείχαν κορυφαία ονόματα της εποχής, που διατηρούν την αίγλη τους ακόμα και σήμερα, όπως ο βιολονίστας και συνθέτης Λούις Σπορ, ο τσελίστας και συνθέτης Ντομένικο Ντραγκονέτι, ο κιθαριστής και συνθέτης Μάουρο Τζουλιάνι ως τσελίστας και οι συνθέτες Αντόνιο Σαλιέρι, Τζάκομο Μάγιερμπερ και Γιόχαν Χούμελ.

Η Συμφωνία αρ. 7 είναι ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του Μπετόβεν, εξαιτίας του μελωδικού Allegretto του δεύτερου μέρους, το οποίο ξεχώρισε από την πρώτη στιγμή και το κοινό της συναυλίας εκείνης ζήτησε επίμονα την επανάληψή του, μπιζάροντας τον Μπετόβεν. Τη συνέθεσε τη διετία 1811-1812, όταν ανάρρωνε στη λουτρόπολη Τέπλιτσε της Βοημίας (σημερινής Τσεχίας).

Το έργο, που διαρκεί γύρω στα 40 λεπτά, αποτελείται από τέσσερα μέρη:

  • Poco sostenuto – Vivace
  • Allegretto
  • Presto – Assai meno presto (trio)
  • Allegro con brio

Είναι γραμμένη για 2 φλάουτα, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, 2 κόρνα, 2 τρομπέτες, τύμπανα και έγχορδα.

Η Νίκη του Ουέλιγκτον ή Μάχη της Βιτόρια («Wellingtons Sieg oder die Schlacht bei Vittoria», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος στα γερμανικά) είναι από τα ελάσσονα και σπανίως παιζόμενα σήμερα έργα του Μπετόβεν. Γράφτηκε το καλοκαίρι του 1813 για να υμνήσει τη νίκη του Δούκα του Ουέλινγκτον κατά του Ναπολέοντα στη Μάχη της Βιτόρια επί ισπανικού εδάφους (21 Ιουνίου 1813). Η μουσική του έργου αναπαριστά τη μάχη ανάμεσα στους δύο στρατούς και συχνά με ρεαλιστικό τρόπο με τη χρήση μουσκέτων και εφέ από κανόνια. Για την κατανόηση του έργου από τον ακροατή, ο Μπετόβεν χρησιμοποιεί τα πατριωτικά τραγούδια Rule Britannia και God Save the King (εθνικός ύμνος της Μ. Βρετανίας), όταν αναφέρεται στους Βρετανούς και τον λαϊκό σκοπό Marlbrough s'en va-t-en guerre, όταν αναφέρεται στους Γάλλους. Όπως και στην Εβδόμη, το κοινό της συναυλίας αποθέωσε τον Μπετόβεν.

Η Νίκη του Ουέλινγκτον, που διαρκεί γύρω στα 15 λεπτά, αποτελείται από δύο μέρη:

  • Schlacht (Μάχη)
  • Sieges-Sinfonie (Συμφωνία του Θριάμβου)

Το έργο δεν γράφτηκε από την αρχή για ορχήστρα, αλλά για ένα νέο όργανο, το Παναρμόνικον (Panharmonicon), που είχε φτιάξει ο φίλος του Μπετόβεν, Γιόχαν Μέλτσελ, γνωστός από την ανακάλυψη του μετρονόμου. Στη συνέχεια, ο συνθέτης το ενορχήστρωσε για 2 φλάουτα, πίκολο, 2 όμποε, 2 κλαρινέτα, 2 φαγκότα, κόντραφαγκότο, 4 κόρνα, 6 τρομπέτες, τρία τρομπόνια, πληθώρα κρουστών, μουσκέτα, κανόνια και έγχορδα. Η χρήση όπλων σ’ ένα μουσικό έργο αποτελεί νεωτερισμό του Μπετόβεν.

Η συναυλία της Βιέννης, στην οποία κυριάρχησε η μουσική του Μπετόβεν, είχε σαφώς αντιγαλλικό και κατ’ επέκταση αντιναπολεόντιο χαρακτήρα. Ο φιλελεύθερος Μπετόβεν ήταν αρχικά θαυμαστής του Ναπολέοντα, επειδή πίστευε ότι ενσάρκωνε τις ιδέες της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Μάλιστα, του είχε αφιερώσει την Τρίτη Συμφωνία του, την οποία αργότερα απέσυρε, όταν έμαθε ότι στέφθηκε αυτοκράτορας. Όπως διηγείται ο μαθητής του Φέρντιναντ Ρις, ο μεγάλος γερμανός συνθέτης ξέσπασε με οργή, λέγοντας «ώστε δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Τώρα κι αυτός θα ποδοπατήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα, υποκύπτοντας μόνο στις φιλοδοξίες του. Θα τοποθετήσει τον εαυτό του πάνω από κάθε άλλο και θα γίνει τύραννος».