Τα Τέσσερα Τελευταία Τραγούδια

Κύκλος τεσσάρων τραγουδιών για σοπράνο και ορχήστρα του Γερμανού συνθέτη και μαέστρου Ρίχαρντ Στράους (1864-1949). Ο πρωτότυπος τίτλος στα γερμανικά είναι «Vier letzte Lieder» και είναι το κύκνειο άσμα του «τελευταίου των Ρομαντικών», όπως είχε αποκληθεί.

Τα τραγούδια που αποτελούν την «τετραλογία» είναι:

  • «Frühling» («Ανοιξη»)
  • «September» («Σεπτέμβριος»)
  • «Beim Schlafengehen» («Πηγαίνοντας για ύπνο»)
  • «Im Abendrot» («Στο Δειλινό»).

Τα τρία πρώτα τραγούδια βασίζονται σε ποίηση του νομπελίστα Γερμανού συγγραφέα Χέρμαν Έσε (1877-1962) και το τέταρτο σε ποίηση του Γερμανού μυθιστοριογράφου και ποιητή Γιόζεφ Άιχεντορφ (1788-1857). Ο Στράους επεξεργάστηκε το υλικό του χωρίς να έχει την πρόθεση να τα παρουσιάσει ως ενιαίο έργο. Η ιδέα ήταν του φίλου του εκδότη Ερνστ Ροτ, στο οποίον οφείλεται ο τίτλος και η σειρά με την οποία εκτελούνται τα τραγούδια.

Και τα τέσσερα ποιήματα διαλέγονται με τον θάνατο, που σίγουρα απασχολούσε τον Στράους, όταν τα έγραφε από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο του 1948, σε ηλικία 84 ετών. Αντί, όμως, για την τυπική ρομαντική περιφρόνηση, τα τραγούδια αποπνέουν μία αίσθηση ηρεμίας, αποδοχής και πληρότητας. Την περίοδο εκείνη ο συνθέτης ζούσε στην Ελβετία, στην οποία είχε καταφύγει από τον Οκτώβριο του 1945, όχι μόνο για ιατρικούς λόγους, αλλά και για πολιτικούς, καθώς οι συμμαχικές αρχές διερευνούσαν τον ρόλο του κατά τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ.

Το έργο, γραμμένο για σοπράνο και ορχήστρα, περιέχει υπέροχες φωνητικές μελωδίες και αξιοσημείωτα μέρη για κόρνο. Να μην ξεχνάμε ότι η σύζυγος του Στράους, Παουλίνε ντι Άνα (1863-1950), ήταν σοπράνο και ο πατέρας του Φραντς Στράους (1822-1905), βιρτουόζος του κόρνου.

Η μεταθανάτια πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 22 Μαΐου 1950 στο «Ρόιαλ Άλμπερτ Χολ» του Λονδίνου από την «Ορχήστρα Φιλαρμόνια» υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου Γερμανού μαέστρου Βίλχελμ Φουρτβέγκλερ (1886-1954) και σολίστ την Κίρστεν Φλάγκστατ (1895-1962). Η διάσημη εκείνη την εποχή Νορβηγίδα σοπράνο ήταν προσωπική επιλογή του Στράους, προτού φύγει από τη ζωή στις 8 Σεπτεμβρίου 1949. Η πρεμιέρα του έργου δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη χορηγία του φιλόμουσου μαχαραγιά σερ Τζαγιαχαμαρατζέντρα Βαντιγιάρ Μπαχουντάρ (1919-1974). Σε αντιστάθμισμα του επετράπη να ηχογραφήσει μία από τις πρόβες του έργου για να κοσμήσει τη δισκοθήκη του, που τότε αριθμούσε πάνω από 20.000 δίσκους.