Buffalo Springfield

Οι Buffalo Springfield αποτέλεσαν μία από τις σημαντικότερες μπάντες του αμερικανικού φολκ-ροκ, που έθεσε τις βάσεις του κάντρι-ροκ της Δυτικής Ακτής. Παρά τη μικρή διάρκεια της ζωής τους, άσκησαν επιρροή ανάλογη με αυτή των Byrds, έχοντας στις τάξεις τους σπουδαίους μουσικούς και συνθέτες, όπως ο Νιλ Γιανγκ και ο Στέφεν Στιλς. Σήμα-κατατεθέν της μουσικής τους, το τραγούδι «For What It's Worth».

Οι Buffalo Springfield σχηματίστηκαν στις 3 Μαρτίου 1966 στο Λος Άντζελες από τους Αμερικανούς Στέφεν Στιλς (κιθάρα και φωνητικά, γεν. 1945) και Ρίτσι Φάρεϊ (κιθάρα και φωνητικά, γεν. 1944) και τους Καναδούς Νιλ Γιάνγκ (κιθάρα και φωνητικά, γεν. 1945), Ντιούι Μάρτιν (ντραμς και φωνητικά, 1940-2009) και Μπρους Πάλμερ (μπάσο, 1946-2004).

Οι Στιλς και Φάρεϊ, είχαν συνεργαστεί στο συγκρότημα «The Company» κι ένα χρόνο νωρίτερα είχαν συναντήσει τον Νιλ Γιάνγκ στο Τορόντο, όπου περιόδευαν. Όταν αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Λος Άντζελες, είχαν τεθεί οι βάσεις για τη συνεργασία τους. Το όνομα του νέου σχήματος, Buffalo Springfield, το δανείστηκαν από την ομώνυμη εταιρεία που κατασκεύαζε οδοστρωτήρες.

Οι Buffalo Springfiel το 1967Οι πρώτες εμφανίσεις του συγκροτήματος έλαβαν χώρα στο ιστορικό κλαμπ του Λος Άντζελες «Whiskey A-Go Go» με πρωτότυπο υλικό των Γιανγκ, Στιλς και Φάρεϊ, που ενσωμάτωνε στο φολκ-ροκ στοιχεία από την ψυχεδέλεια και την εκλεπτυσμένη ποπ των Beatles. Τα σχόλια ήταν θετικά για το νέο σχήμα, το οποίο γρήγορα εντάχθηκε στο δυναμικό της δισκογραφικής εταιρείας Atlantic. Η πρώτη τους δισκογραφική παραγωγή ήταν το σινγκλ «Nowadays Clancy Can't Even Sing», σύνθεση του Νιλ Γιανγκ και αποτέλεσε προάγγελο του πρώτου τους άλμπουμ με τίτλο το όνομά τους, που κυκλοφόρησε στις 5 Δεκεμβρίου 1966.

Μέσα από το ντεμπούτο τους στη δισκογραφία έγινε εμφανής ο πλουραλισμός του γκρουπ με τρεις στιχουργούς, τρεις τραγουδιστές και δύο βασικούς κιθαρίστες. Η αναγνώριση όμως ήρθε με την κυκλοφορία του σινγκλ «For What It’s Worth», στις 23 Δεκεμβρίου 1966, το οποίο αργότερα συμπεριλήφθηκε στην επανέκδοση του πρώτου τους άλμπουμ. Ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος και έφτασε ως το νούμερο 7 του αγγλικού πίνακα επιτυχιών. Πρόκειται για ένα τραγούδι διαμαρτυρίας, που αναφέρεται στις συγκρούσεις των εξεγερμένων νεαρών με την αστυνομία στην Καλιφόρνια της εποχής εκείνης.

Ακολούθησαν τα σινγκλ «Bluebird» και «Rock ’n’ Roll Woman», που συμπεριλήφθηκαν στο δεύτερο άλμπουμ τους «Buffalo Spingfield Again», που κυκλοφόρησε στις 18 Νοεμβρίου 1967 με περιορισμένη επιτυχία.

Η καλλιτεχνική δράση του συγκροτήματος επηρεάστηκε από την απροθυμία του Νιλ Γιανγκ να συμμετέχει στις συναυλίες τους, ενώ δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο να απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι Buffalo Springfield τελικά διαλύθηκαν δύο μήνες πριν από την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ τους «Last Time Around», που κυκλοφόρησε στις 30 Ιουλίου 1968 και στο οποίο ο Στέφεν Στιλς πειραματίστηκε με λάτιν ρυθμούς σε κομμάτια όπως τα «Uno Mundo» και «On The Way Home». Στο συγκρότημα είχε ενσωματωθεί ο κιθαρίστας και παραγωγός Τζιμ Μεσίνα.

Μετά τη διάλυση των Buffalo Springfield, o Στέφεν Στιλς ακολούθησε τους Γκράχαμ Νας και Ντέιβιντ Κρόσμπι («Crosby, Stills & Nash»), ενώ ο Νιλ Γιανγκ κυκλοφόρησε δύο σόλο άλμπουμ, προτού ενωθεί κι αυτός με το τρίο το 1970 («Crosby, Stills, Nash & Young»).

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ



Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ EMAIL ΣΑΣ

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε κάθε μέρα στο email σας τα σημαντικότερα άρθρα του «Σαν Σήμερα .gr»


ΜΟΝΑΔΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΕΛΟΥΣ

premium Γίνε συνδρομητής με μόλις 3 € / μήνα, στήριξε τον αγαπημένο σου ιστότοπο
και απόλαυσε premium περιεχόμενο, χωρίς διαφημίσεις!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ