Νιλ Γιανγκ

Καναδός τραγουδοποιός και κιθαρίστας, από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ροκ μουσικής. Το έργο του χαρακτηρίζουν οι βαθιά προσωπικοί στίχοι, το ιδιαίτερο κιθαριστικό στυλ και η ξεχωριστή τενόρο φωνή του. Αν και πειραματίστηκε με διάφορα μουσικά είδη, όπως η τζαζ, το ροκαμπίλι, το μπλουζ και η ηλεκτρονική μουσική, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του κινείται προς δύο κατευθύνσεις: την ακουστική φολκ/κάντρι («Heart of Gold», «Harvest Moon», «Old Man») και το δυνατό ηλεκτρικό ροκ («Cinnamon Girl», «Rockin’ in the Free World», «Hey Hey, My, My (In to the Black»).

Ο Νιλ Πέρσιβαλ Γιανγκ (Neil Perceival Young) γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1945 στο Τορόντο του Καναδά. Ο πατέρας του ήταν ένας από τους πιο γνωστούς αθλητικογράφους της χώρας και η μητέρα του ήταν απόγονος αγωνιστή της Αμερικανικής Επανάστασης. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν 12 χρονών και το νεαρό αγόρι έζησε τα εφηβικά του χρόνια με τη μητέρα του στο Γουίνιπεγκ. Από τα μέσα της δεκαετίας του '50 άρχισε να μαθαίνει κιθάρα και να παίζει σε διάφορα σχολικά συγκροτήματα.

Συνέχισε να εμφανίζεται σε κλαμπ και μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο, παίζοντας κάντρι και φολκ μουσική. Σε μια από τις συναυλίες του γνώρισε την Τζόνι Μίτσελ, τη μετέπειτα σπουδαία συνθέτρια και ερμηνεύτρια με την οποία συνεργάστηκε αργότερα. Το 1967 είχε την πρώτη μεγάλη επιτυχία, όταν το τραγούδι του «Flying on the Ground is Wrong», ερμηνευμένο από τους συμπατριώτες του Guess Who, ανέβηκε στο Νο 36 του καναδικού πίνακα επιτυχιών.

Από το 1966 είχε μεταναστεύσει παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες και όπως δήλωσε αργότερα χρειάστηκε να περιμένει ως το 1970 για να πάρει την πράσινη κάρτα. Εγκαταστάθηκε στο Λος Άντζελες και σχημάτισε μαζί με τον Στίβεν Στιλς τους Buffalo Springfield, μία βραχύβια, αλλά επιδραστική μπάντα στην ιστορία του ροκ. Στο συγκρότημα κυριαρχούσε η τραγουδοποιία του Στιλς, αλλά ο Γιανγκ έγραψε και ερμήνευσε συνθέσεις του, όπως τα «I Am A Child», «Mr. Soul», «Expecting to Fly» και «Broken Arrow».

Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος κυκλοφόρησε το πρώτο σόλο άλμπουμ του με τίτλο το όνομά του (1968), που περιλάμβανε το τραγούδι «The Loner». Για το δεύτερο, το «Everybody Knows This Is Nowhere» (1969), κάλεσε ως συνοδευτικό γκρουπ τους καλιφορνέζους «Crazy Horse». Το άλμπουμ περιείχε τα κλασικά τραγούδια «Cinnamon Girl», «Down By The River» και «Cowgirl In The Sand».

To 1969 ξανασυνάντησε τον Στίβεν Στιλς στο τρίο των Crosby, Stills & Nash κι έγινε το τέταρτο μέλος τους. Οι Crosby, Stills, Nash & Young ή CSNY εμφανίστηκαν στο ιστορικό φεστιβάλ του Γούντστοκ και ηχογράφησαν τρία άλμπουμ σε αραιά χρονικά διαστήματα. Από τη συνεργασία τους ξεχώρισαν οι συνθέσεις του Γιανγκ «Helpless» και το τραγούδι διαμαρτυρίας «Ohio».

O Γιανγκ συνέχισε τη μουσική του πορεία με σπουδαία άλμπουμ, όπως τα «After The Goldrush» (1970), «Harvest»(1972), «Tonight’s The Night» (1975) και «Zuma» (1975), άλλοτε με τους Crazy Horse και άλλοτε όχι. Το 1979 ηχογράφησαν από κοινού το «Rust Never Sleeps», η μία πλευρά του οποίου ήταν ακουστική, ενώ η άλλη ηλεκτρική, άγρια και ακατέργαστη.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του '80 η μουσική του περιπλανήθηκε στιλιστικά μεταξύ του χαρντ ροκ («Re-ac-tor», 1981), του ηλεκτρονικού ροκ («Trans», 1983), του ροκαμπίλι («Everybody’s Rockin», 1983), της κάντρι («Old Ways», 1985) και των μπλουζ («This Note’s For You», 1988).

Τη δεκαετία του 20ου αιώνα αναγνωρίστηκε ως «πατριάρχης του γκραντζ», ηχογραφώντας μάλιστα μαζί με τους Pearl Jam το «Mirror Ball» (1995). Ακολούθησαν κυκλοφορίες με σταθερά υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, όπως το «Dead Man» (1996, σάουντρακ του ομώνυμου φιλμ του Τζιμ Τζάρμους), το «Broken Arrow» (1996), το λάιβ «Year Of The Horse» (1997), το «Silver & Gold» (2000), το λάιβ «Road Rock, Vol.l» (2000) και το «Are You Passionate?» (2002). Παραμένει μουσικά ενεργός και σχεδόν κάθε χρόνο κυκλοφορεί ένα άλμπουμ, που μπορεί να μην έχουν την εμπορική επιτυχία του παρελθόντος, αλλά διατηρούν την υψηλή καλλιτεχνική τους αξία.

Ο Νιλ Γιανγκ ασχολείται ενεργά με το οικολογικό κίνημα και με τα προβλήματα των μικροαγροτών, ενώ δεν διστάζει να καταγγέλλει με κάθε ευκαιρία τους αμερικανικούς κολοσσούς της βιοτεχνολογίας. Είναι από τους συνιδρυτές το 1985 του Farm Aid, μιας σειράς ετήσιων συναυλιών για την ενίσχυση των δεινοπαθούντων αγροτών στις ΗΠΑ. Υπήρξε δεινός επικριτής της πολιτικής του πρώην αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους και των αμερικανικών στρατιωτικών επεμβάσεων στο εξωτερικό μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001.

Έχει παντρευτεί τρεις φορές κι έχει αποκτήσει τρία παιδιά, δύο από τα οποία πάσχουν από εγκεφαλική παραλυσία και το τρίτο από επιληψία, όπως και ο ίδιος. Γι' αυτό, μία άλλη πτυχή της φιλανθρωπικής του δραστηριότητας επικεντρώνεται στα παιδιά με ειδικές ανάγκες, μέσα από το ίδρυμα «Bridge School» και από τη σειρά συναυλιών με τον τίτλο «Bridge School Benefit». Αν και ζει χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έχει απαρνηθεί την καναδική υπηκοότητα και πρόσφατα τιμήθηκε με το ανώτατο παράσημο του Καναδά.