Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΚΑ’

     Ότε οι κλέφται είχον φθάσει εις τα σύνορα των Τούρκων, εις τόπον καλούμενον Λαγκόβα, μόλις είχεν ανατείλει ο εωθινός αστήρ. Η δρόσος της πρωίας απέσταζεν από των φύλλων και ο αρχηγός έπεμψε προς τους Τούρκους πολέμου κήρυκα. Και ο κήρυξ απελθών προς τους Τούρκους είπε·
    -Με στέλλει ο Μηλιόνης, θα πολεμήσωμεν… 
   Και ο αρχηγός των Τούρκων, ο Μουχτάρ Κλεισούρας, απήντησε·
    -Δέχομαι τον πόλεμον.
    Την λέξιν ταύτην δεν εξέφερεν ακεραίαν, η ημίσεια έμεινεν εις τον λάρυγγα. Ακούσας τούτο ο Πάνος Μαυρομάτης ωχρίασε. Και ο Μουχτάρ Κλεισούρας ηρώτησεν αυτόν τι εφρόνει.
    Και εκείνος δεν είχε την δύναμιν ν’ απαντήσει.
    Και ο γέρων Τοπτσής (ούτως ωνομάζετο ο κήρυξ) επέστρεψε προς τον Χρήστον Μηλιόνην, αναπολών την παλαιάν νεότητά του και ζηλεύων τους νεοτέρους. Διότι πάλαι ποτέ ο Τοπτσής ήτο πρωτοπαλίκαρον του Γυφτάκη και του Καλέμη, δύο περιβοήτων κλεφτών. Αλλ’ ήδη είχε γεράσει και εξετέλει έργα κήρυκος. Την πρωίαν εκείνην ο γέρων Τοπτσής ενθυμηθείς τους παλαιούς χρόνους εστέναξε. Και επανελθών προς τον Χρήστον Μηλιόνην ανήγγειλεν, ότι δέχονται την μάχην οι Τούρκοι.
    Η πρώτη ακτίς του ηλίου δεν επρόβαλεν ακόμη, και ροδίνη εφαίνετο η πρόδρομος του φαεινού αστέρος ανταύγεια επί του στερεώματος. Ο Χρήστος Μηλιόνης διέταξε τους άνδρας του να εφορμήσωσι κατά των εχθρών. Απερίγραπτος υπήρξεν η πρώτη ορμή των επιτιθεμένων. Αι πρώται του ηλίου ακτίνες εφώτισαν τας πρώτας των ξιφών ανελκύσεις και τα εωθινά των αηδόνων άσματα εσίγησαν βωβαθέντα υπό των πρώτων του καριοφιλίου βροντών. Οι ρύακες του αίματος έρρευσαν παρά τας πηγάς των υδάτων και αι οιμωγαί των πιπτόντων ανεμείχθησαν μετά των πνοών του ανέμου.
    Η πάλη μετ’ ανεκφράστου ορμής αρχίσασα, αμετάπτωτος ετηρήθη επί δύο ώρας. Οι άνδρες εκείνοι ήσαν ακάματοι. Ο Χρήστος Μηλιόνης ηγείτο της εφόδου και επολέμει, ως συνήθιζε, με διπλούν καρυοφύλλι, είς δε των πιστοτέρων ακολούθων του όπισθέν του ιστάμενος εγέμιζε τον έν και παρελάμβανε το άλλο, εκείνος δε το εκένου και το επέστρεφεν. Ο Σαΐτας ελύσσα, εφρύαττεν, έτριζε τους οδόντας και επυροβόλει. Ο Πετρίτης εσκόπευε μετ’ απιστεύτου δεξιότητος και δεν έσπευδεν, αλλ’ εκοίταζεν να ίδει αν επέτυχεν η βολή του. Ο Πευκόρραχος είχε φυτευθή κατά την συνήθειάν του όπισθεν βράχου και επυροβόλει αδιακόπως. Και αυτός ο Τοπτσής απέδειξεν ότι δεν είχε γηράσει παρά πολύ. Οι μονόματοι κλίνοντες το έν γόνυ προς την γην, εσκόπευον, έβαλλον, εφόνευον. Η θέσις, ην κατείχον οι επί του λόφου Τούρκοι, προχείρως οχυρωμένη, δεν ήτο αρκούντως ισχυρά. Μετ’ ολίγον ο Μουχτάρ Κλεισούρας διέταξε την υποχώρησιν. Οι Τούρκοι δεν ήσαν πολλώ πλείονες των κλεφτών, αλλ’ υπερείχον κατά την θέσιν. Πολλοί αυτών, μεθ’ όλην την αγέρωχον διαβεβαίωσιν των δύο κατασκόπων του Μηλιόνη, έδειξαν μεγάλην ανδρείαν. Αλλ’ εκείνο, καθ’ ο ασυγκρίτως υπερείχον οι κλέφται, ήτο η περί το σκοπεύειν δεξιότης. Σπανίως τις των μονομάτων ηστόχει του σκοπού. Οι Τούρκοι έρριπτον ίσως διπλασίας βολάς ή όσας έρριπτον οι πολέμιοι, αλλά τα βόλιά των δεν εύρισκον την «κάκοψη σάρκα του κλέφτη», κατά την φράσιν του Βαλαωρίτου.
    Ολίγον έτι και η θέσις των Τούρκων έμελλε να κυριευθή εξ εφόδου υπό των κλεφτών. Αλλά τότε απροσδοκήτως επήλθεν υποτροπή τις θάρρους εις τας τάξεις των αμυνομένων, εις την μίαν τουλάχιστον πτέρυγα αυτών, ης ηγείτο ο γνωστός ημίν Γιουσούφ Ιβραήμ. Ο Αλβανός ούτος κατόρθωσε ν’ αναρριπίση το θάρρος των περί αυτόν και ούτοι γενναίως αντέσχον, ου μικράν ζημίαν προξενήσαντες εις τους κλέφτας. Δυσχερής και βραδεία, ως φαίνεται, ήτο πάντοτε η έκβασις του κλεφτοπολέμου. Ενόσω διήρκεσε της αντιστάσεως ταύτης το σθένος, πολλοί των Ελλήνων μαχητών έπεσον. Αλλά τότε ο Χρήστος Μηλιόνης εφρύαξε και διέταξε κρατεράν έφοδον. Οι κλέφται εφώρμησαν εκ των προμαχώνων των, πανταχόθεν δε ορμήσαντες περιεκύκλωσαν τους Τούρκους. Τότε ετράπησαν ούτοι εις φυγήν. Ο Χρήστος διέταξε να τους καταδιώξωσι. Το τουρκικόν στράτευμα εσκορπίσθη εις τους τέσσαρας ανέμους…
    Ότε ανεπαύθησαν μικρόν οι καταπεπονημένοι άνδρες, ο Μηλιόνης διέταξε να μετρηθώσι. Δεκαεννέα έλειπον. Τραυματίαι ήσαν άλλοι τόσοι περίπου. Εκ των εγκρίτων κλεφτών έπεσον ο Σαΐτας, ο Ξυπνητήρας, ο Πετρίτης και ο Γκαβόχηνας. Ο δε γηραιός Τοπτσής έκειτο δεινώς τετραυματισμένος.
    Τας απωλείας του εχθρού υπελόγιζεν ο Μηλιόνης εις το ήμισυ σχεδόν του κατά προσέγγισιν αριθμού των, ήτοι εις εξήκοντα. Τούρκοι νεκροί ευρέθησαν εις τα πέριξ κείμενοι περί τους πεντήκοντα και τούτων οι πλείστοι έκειντο επίστομα, ως να ήθελον ν’ απευθύνωσι προς τον Αλλάχ το τελευταίον ναμάζι. Ευτυχώς οι νεκροί εκ των κλεφτών ευρέθησαν όλοι ακέραιοι και ουδενός την κεφαλήν είχον προφθάσει ν’ αποκόψωσιν οι Τούρκοι. Εάν τοιούτο τι συνέβαινεν, ο Μηλιόνης ήτο έτοιμος να διατάξει δευτέραν καταδίωξιν, όπως αποσπάση τας κεφαλάς των συντρόφων του από των χειρών του εχθρού, σώζων αυτάς από της ύβρεως. Ακολούθως οι κλέφται εκήδευσαν τους νεκρούς των μετά πάσης τιμής και δώδεκα τελευταίοι πυροβολισμοί αντήχησαν εις τα όρη προς τιμήν των πεσόντων.