Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΚΒ’

     Ο Χρήστος Μηλιόνης εξέφερε φοβεράν κραυγήν μανίας και αγανακτήσεως.
    -Ο Θεός κι η γη δεν το βαστά, ανέκραξεν∙ εμένα, εμένα τον αδελφοποιτό σου;…
    Ο Τούρκος έμεινεν άφωνος και δεν ήξερε πώς να δικαιολογηθή.
    Ο Χρήστος δεν κατεδέχθη να τον επιπλήξη περισσότερον, αλλά τω είπεν ·   
     -Εμπρός, τα ντουφέκια.
     -Είμαι έτοιμος, απήντησεν ο άλλος.
     Ήτο ο Τούρκος Σουλεϊμάνης, ον είχομεν λάβει αφορμήν να επαινέσωμεν εις τας σελίδας της διηγήσεως ταύτης. Αλλά τα όρια της αρετής και της κακίας είναι τοσούτον δυσδιάκριτα εν τη ανθρωπίνη φύσει, ώστε οι νεότεροι εκ των φιλοσοφούντων είχον δίκαιον ν’ ανακηρύξωσιν ως όλως ανωφελή και αυτήν την ψυχολογίαν κατόπιν της μεταφυσικής. Ο Σουλεϊμάνης ήτο από παλαιού χρόνου πιστός φίλος του Χρήστου Μηλιόνη. Ηδύνατο ούτος να τω εμπιστευθή τα πάντα και αυτήν την τιμήν του, τόσην εμπιστοσύνην είχεν εις τον Τούρκον εκείνον. Ο Χρήστος είχε πείσει αγράμματόν τινα ιερέα να τους περάση διά της αγίας ζώνης, ήτοι ν’ αναγνώση επ’ αυτών τας ευχάς της αδελφοποιΐας. Έλεγόν τινες ότι ο αγαθός ιερεύς ποτέ δεν ηδύνατο να πεισθή, αν δεν τον ηπείλει ο Χρήστος Μηλιόνης. Είναι αληθές ότι τοιούτον παράδειγμα αδελφοποιΐας μετ’ αλλοθρήσκου ήτο ανήκουστον ίσως εις τα χρονικά. Ξενίαι και φιλίας δεσμοί ήσαν συχνότατοι μεταξύ Ελλήνων και Τουρκαλβανών. Αλλ’ η μετ’ αυτών αδελφοποιΐα ενομίζετο ανόσιον. Οι δογματικοί της ανατολικής Εκκλησίας απεκήρυττον και κατεδίκαζον το έθιμον τούτο καθόλου, και μεταξύ χριστιανών. Η θέσις, έλεγον ευστόχως οι ούτω συλλογιζόμενοι, η θέσις μιμείται την φύσιν. Η δε φύσις δεν παράγει αδελφούς, αλλ’ υιούς. Οι γονείς σας δύνανται να σας προσποιήσωσιν αδελφούς διά γεννήσεως ή δι’ υιοθεσίας. Σεις αυτοί όμως αδελφούς δεν δύνασθε να πλάσητε.
    Εν τούτοις ο Χρήστος Μηλιόνης δεν είχε λάβει αφορμήν να μεταμεληθή διά την μετά του Σουλεϊμάνη αδελφοποιΐαν. Ο Τούρκος ούτος ήτο πιστός και ένθερμος φίλος. Αλλά φευ! Δεν ήτο και χρημάτων κρείττων, ως απεδείχθη ύστερον.  
    Επί μακρόν χρόνον  ο Μουχτάρ Κλεισούρας έμελλε να περιφέρηται προς φανταστικήν καταδίωξιν του Χρήστου Μηλιόνη. Είχεν αναβή δις ήδη όλους τους λόφους της Ακαρνανίας, είχε διαβή δις όλας τας κοιλάδας αυτής. Και μόνον εις την θέσιν Ζυγουριάν δεν είχε ποτε πλησιάσει. Η μονοτονία αύτη της καταδιώξεως επ’ ολίγον μόνον διεκόπη, διά της απροόπτου επιθέσεως αυτού του Μηλιόνη, ην διηγήθημεν εν τοις έμπροσθεν. Αλλ’ οι Τούρκοι βαρέως φέροντες όσην έπαθον φθοράν, ήσαν απαρηγόρητοι και εγόγγυζον κατά των αιωνίων αναβολών του Κλεισούρα. Τότε οι συνετότεροι των αγάδων της Ακαρνανίας, οίτινες ήσαν, ως πάντοτε συμβαίνει, οι πλουσιότεροι, έστησαν συμβούλια… έλυσαν τα βαλάντια. Ευρέθη δε και άνθρωπος επιτήδειος εις τας διαπραγματεύσεις, όστις έπεισε τον Σουλεϊμάνην, αυτόν τον πιστόν φίλον του Χρήστου Μηλιόνη, ν’ απέλθη προς τον κλέφτην ως απεσταλμένος, απόρρητον έχων εντολήν να τον δολοφονήση.
    Ο απονήρευτος κλέφτης υπεδέχθη τον Τούρκον με ανοικτάς αγκάλας. Ήνοιξε προς αυτόν την καρδίαν του, εξέτεινεν υπέρ την κεφαλήν αυτού την σκηνήν του, παρέθηκεν αυτώ την λιτήν τράπεζάν του, διέταξε τον Τσιντζούραν, τον αοιδόν, να τραγωδήση όλα τα άσματα όσα ήξευρε, πλην των ηρωικών. Η πλόσκα ετελείωσε δώδεκα κύκλους περί τους συνδαιτυμόνας, από χειρός εις χείρα μεταβαίνουσα, ο ξενιζόμενος ηυθύμησεν, εφαιδρύνθη, κατενύγη, εσκυθρώπασε.
    -Τι έχεις, Σουλεϊμάνη; τον ερωτά ο Χρήστος∙ τι έπαθες, βλάμη;
    -Τίποτε, βλάμη μου, απήντησεν ο Αλβανός, κάτι θυμήθηκα.
    -Πιε, να το ξεχάσεις, είπεν ο Χρήστος.
    Ο Σουλεϊμάνης υπήκουσεν, αλλ’ η ομίχλη της κατηφείας δεν παρήλθεν από της μορφής του.
    Ο Χρήστος δεν τον ηρώτησε το δεύτερον, αλλ’ είς των δαιτυμόνων, ο γέρων Τοπτσής, όστις προ ολίγου εθεραπεύθη εκ των τραυμάτων του (είχον παρέλθει δύο σχεδόν μήνες από της εν Λαγκόβη συμπλοκής) είχε συλλάβει υπονοίας και κατώπτευσε τον Τούρκον διά του ετέρου των οφθαλμών.
    -Κάτι ήθελα να του πω τώρα, εψιθύριζε καθ’ εαυτόν, αλλά θα με πη κουτόν.
    -Τι μουρμουρίζεις, γερο-Τοπτσή; είπεν ο Χρήστος.
    -Τίποτα, καπετάνο, απήντησεν ο γέρων.
    Και συσταλείς εις μίαν κόγχην ο γέρων Τοπτσής, απεφάσισε να μη σκέπτεται πλέον τίποτε. Εις την απόφασιν ταύτην θαυμασίως συνέτεινεν η πλόσκα, ήτις ευρίσκετο εις το δέκατον και τρίτον γύρον της.
    Μόνοι εκ των συνδαιτυμόνων δεν έπινον ο Χρήστος Μηλιόνης καί τινες άλλοι των κλεφτών τηρούντες την περί νηφαλιότητος σεπτήν εις τας τάξεις των ρήτραν. Η αρχαία των κλεφτών πείρα εδίδασκεν αυτούς ότι, οσάκις κλέφτης έπαθέ τι κακόν, έπαθε τούτο κατόπιν αμέτρου οινοποσίας ή ένεκα άλλης αμαρτίας. Εν τούτοις και αυτός ο Σουλεϊμάνης, όσον και αν ηλευθερίαζε περί την τήρησιν των εντολών του Κορανίου, δεν ήτο όμως άλλοτε ακρατής οινοπότης, όσον ο Χρήστος Μηλιόνης ήξευρεν. Αλλά φαίνεται ότι σήμερον κάτι ενθυμείτο, είπε.
    Κάτι ενθυμείτο τω όντι. Ενθυμείτο το πλήρες χρυσίου βαλάντιον δι’ ου είχε διαφθαρή παρά των ομοθρήσκων του, υποσχεθείς να φονεύσει τον φίλον του Χρήστον Μηλιόνην.
    Μικρόν ακόμη και ο Σουλεϊμάνης τοσούτον είχε σκοτισθή υπό του οίνου, ώστε ήρχισε να κλαίη με αληθή δάκρυα.
    -Τι έχεις, βλάμη; τω λέγει πάλιν ο Χρήστος.
    -Σήκω, πάμε να σου πω, απήντησεν ο Αλβανός.
    Και επορεύθησαν κατά μόνας αμφότεροι. Εκεί ο Χρήστος Μηλιόνης έμελλε ν’ ακούση την αλλόκοτον εκείνην εξομολόγησιν, ην ουδ’ είχε φαντασθή ποτέ εις την ζωήν του. Ο Σουλεϊμάνης τω ομολόγησεν ότι ήτο βαλμένος να τον σκοτώση.
    Τότε ο Χρήστος Μηλιόνης εξέπεμψε την μανιώδη εκείνην κραυγήν.
    -Ο Θεός και η γη δεν το βαστά! Εμένα, τον αδελφοποιτό σου!