Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο Κ’

     Μετ’ ολίγας ημέρας η κλαγγή των ξιφών, η βροντή των καριοφυλίων ηκούσθη όπισθεν των ορέων, εις απόστασιν πέντε ή έξ ωρών πορείας από της τοποθεσίας Ζυγουριάς, του στρατοπέδου του Χρήστου Μηλιόνη.
    Δύο γυναίκες εξελθούσαι λίαν πρωί εκ της κώμης των, μετέβανον εις την πηγήν όπως γεμίσωσιν ύδατος τας στάμνους. Εξαίφνης ετρόμαξαν ακούσασαι ευκρινώς κρότον τουφεκισμών. Ο άνεμος έπνεε σφοδρώς εκ των ορέων και η ηχώ των πυροβολισμών εφέρετο επί των πτερύγων του. Η μία των γυναικών τόσον κατεπλάγη, ώστε έρριψε την στάμνον της κατά του εδάφους και εστράφη να επιστρέψει εις το χωρίον της. Η άλλη την εγκαρδίωσεν ειπούσα ότι από το μπουμπουνητό φαίνεται ο πόλεμος να είναι μακριά και δεν έπρεπε τόσον να φοβήται. Και βεβαίως εξ αρχής τολμηρά πρέπει να ήτο η γυνή αύτη, ήτις είχε πείσει την άλλην, την σύντροφόν της, να πορευθώσιν πριν ανατείλη ο ήλιος εις την πηγήν. Από τεσσάρων ή πέντε μηνών φόβος είχε διαδοθή εις τα πεδινά χωρία, ως εκ της εκστρατείας των Τούρκων κατά του Χρήστου Μηλιόνη. Η προστάτις πτέρυξ του ανδρείου μαχητού εξετείνετο εις όλας τας ορεινάς κώμας, όπου και άλλως δεν ήσαν δειλοί οι άνθρωποι, αλλ’ η σκιά αυτής δεν ηδύνατο να φθάσει και μέχρι των πεδινοτέρων χωρίων.
    Ως εκ του φόβου τούτου, επήλθεν απραξία εις τας γεωργικάς εργασίας, ώχετο η ευκολία της συναλλαγής και διά τούτο ο λαός εδυστύχει. Η κατάστασις δε αύτη έμελλε, κατά τα φαινόμενα, να παραταθεί επί μακρόν χρόνον, διότι ο Μουχτάρ Κλεισούρας δεν είχε σκοπόν να συγκρουσθή προς τους κλέφτας. Αλλ’ ο Χρήστος Μηλιόνης, αν και είχε καλά ταμπούρια εις τας κορυφάς των βουνών, δεν ηγάπα να μένει κεκλεισμένος εκεί επ’ αόριστον χρόνον. Οσημέραι η ένδεια του λαού καθίστατο δεινότερα και αυτοί οι κλέφται έμελλον πιθανώς ν’ απορήσωσι των επιτηδείων.
    Οι λόγοι ούτοι έπεισαν τον Χρήστον Μηλιόνην να κάμη έξοδον…
    Πρωίαν τινά του Μαΐου επανήλθον εις το λημέρι του Χρήστου οι δύο μονόματοι, ους είχε στείλει προ δύο ημερών, ίνα κατασκοπεύσωσιν. Ήσαν δε ούτοι ο Πετρίτης και ο Ξυπνητήρας.
    -Και τι αγροικήσατε; τους ηρώτησεν ο αρχηγός.
    -Τίποτα, καπετάνο, όλο και ζαγάρια, απήντησεν ο Πετρίτης. Κανένας τους δεν είναι χαΐρικος.
    -Τους ζύγωσες καλά;
    -Όλη μέρα τους βίγλιζα. Κανένα χαλαλή απ’ αυτούς δεν είδα. Όλοι ζουλάπια.
    -Και συ, Ξυπνητήρα;
    -Τα ίδια, καπετάνο μου. Δεν είναι για ντουφέκι αυτούνοι.
    -Άκουσες το βρόντο τους;
    -Τον άκουσα∙ ψοφίμικος κι αυτός. Κούφια έβαζε το ντουφέκι. Την μπαρούτη με το φτερό.
    -Και τα κατατόπια τους, Πετρίτη;
    -Τρεις αδρασκελιές.
    Τας εκθέσεις ταύτας των κατασκόπων του δεν περιέμενε βεβαίως ο Χρήστος όπως αποφασίση. Η απόφασις της εξόδου από πολλού είχε γίνει παρ’ αυτού. Αλλ’ όμως και τα τόσον αίσια πορίσματα των παρατηρήσεων των δύο τούτων κλεφτών δεν τον δυσηρέστησαν. Αφ’ εσπέρας έδωκε διαταγήν να είναι έτοιμοι προς οδοιπορίαν οι άνδρες του, άμα τη ανατολή της εξαστέρου Πούλιας.