Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΘ’

     Δι’ ολίγων έσπευσε να εξηγήση η Βάσω εις τον έκπληκτον Χρήστον Μηλιόνην τα κατά τον Καμπόσον. Ο επιτήδειος ούτος άνθρωπος είχε καταγγείλει αυτός εαυτόν. Η τύχη τω είχε στήσει τοιαύτην παγίδα, οίαν ουδέ ο δεινότατος των θηρευτών κατόρθωσέ ποτε να παρασκευάση. Τα περί της ιδίας αυτής τύχης υπεσχέθη η νέα να διηγηθή την επαύριον. Προσεκλήθη ο ηλικιωμένος κλέφτης Γκαβόχηνας, ο πιστός σύντροφος του Πευκόρραχου, όστις δεν ήτο αδέξιος χειρουργός και ανεδέχθη να θεραπεύση την πληγήν της. Ο Νίκος δακρύων τους οφθαλμούς, εζήτει συγγνώμην και δεν παρηγορείτο, διότι αυτός ήτο ο αίτιος του δυστυχήματος. Η κόρη τον ώκτειρε και δεν έσπευσε να τω είπη ότι αυτή μάλλον έμελλε να επικαλεσθή την συγγνώμην του.
    Την επαύριον η Βάσω συνδιελέχθη κατ’ ιδίαν μετά του καπετάνου και διηγήθη προς αυτόν κατά πλάτος όσα είχε να διηγηθή. Ο κλέφτης την συνεβούλευσε να μη είπη τι εις τον Νίκον επί του παρόντος και τη υπεσχέθη να την πέμψη εις ασφαλή τόπον. Προσέτι ανεδέχθη ο Χρήστος να γίνει εγγυητής και μεσίτης υπέρ αυτής, όπως τύχει της πατρικής συγγνώμης.
    Η νέα ησθάνθη βάλσαμον παραμυθίας εις την καρδίαν της, απέτεινεν αιδήμον και σοβαρόν μειδίαμα προς τον Νίκον και την επομένην νύκτα μετέβη εις την πλησιεστέραν έπαυλιν, συνοδευομένη υπό των δύο χωρικών, ους τη είχε δώσει ως οδηγούς ο ανάδοχός της.
    Πριν αναχωρήση, η Βάσω ετόλμησε να ζητήση μίαν μεγάλην χάριν παρά του νονού της. Μετενόησεν, είπε, διότι παρέδωκεν εις χείρας των, τον ατυχή εκείνον άνθρωπον, όστις υπήρξε συνοδοιπόρος της και οδηγός της εις την πορείαν. Άνευ αυτού, πώς θα εύρισκε το λημέρι των κλεφτών; Δεν ήθελε το κακόν του, είχεν σκοπόν την τελευταίαν στιγμήν, ευθύς ως ανεκάλυπτε το λημέρι, να τω είπη να φύγη. Ότε αντήχησεν η εκπυρσοκρότησις, ηγνόουν αμφότεροι ότι ευρίσκοντο τόσον εγγύς εις τα ταμπούρια, ο δ’ αιφνίδιος εκείνος πυροβολισμός, η έκπληξις, ο φόβος και το βόλι, το οποίον έπληξε τον βραχίονά της, την έκαμαν να παραμιλή και ενόμισε την στιγμήν εκείνην ότι είχε χρέος να παραδώση τον συνοδοιπόρον της. Τεταραγμένη εισέτι, διηγήθη την ιστορίαν του εις τον νονόν της και εις τον Νίκον, αλλ’ ευθύς μετ’ ολίγον μετεμελήθη. Ακούσας ταύτα, ο Μηλιόνης ουδέν βέβαιον τη υπεσχέθη, αλλ’ όμως είπεν ότι θα φροντίση να του δώση του Καμπόσου ό,τι πρέπει. Η απάντησις αύτη δεν καθησύχασε την νεάνιδα.
    Η τύχη του Καμπόσου έμελλε ν’ αγνοήται διά πολύν καιρόν, εάν ο Όρνιος, όστις είχεν ισχυράν μνήμην, δεν διηγείτο ακολούθως προς ένα των συντρόφων του την περί τούτου ιστορίαν, ην και ημείς μεταγράφομεν ενταύθα προς πληροφορίαν των ημετέρων αναγνωστών.
    Εις δύο ανθρώπους έπεσεν ο κλήρος ν’ αναδεχθώσι το βάρος του ανθρώπου εκείνου, εις τον Σαΐταν και εις τον Όρνιον. Και ούτος μεν ευρίσκετο εις την άγνοιαν περί του τί έμελλον να τον κάμωσιν, ο δε Σαΐτας, ευτυχέστερος, είχε λάβει άμεσον πρόσταγμα παρά του καπετάνου ότι όφειλον ν’ απαλλαχθώσι του φορτίου αυτού. Ο Σαΐτας δεν εφάνη εχέμυθος ,και ίσως διά να δείξη ότι έχει την εμπιστοσύνην του αρχηγού, τον επρόδωσε καθ’ οδόν, ενώ επορεύοντο και ούτως ήλθεν εις θέσιν και ο Όρνιος, ώστε να μη βαδίζει εις το σκότος. Ο καπετάνος είχε διατάξει να τον χαλάσωσιν, αυτόν τον μακαρίτην. Και δεν ήτο εύκολον το πράμα, ως φαίνεται. Ήτον εφτάψυχος αυτός ο καλοκόκκαλος. Ο Όρνιος έμελλε να τον δέση οπισθάγκωνα επί στελέχους ελάτης, αλλ’ ενώ ο Όρνιος ητοίμαζε το σχοινίον, δεν ηξεύρω πώς, εδοκίμασεν εκείνος να το στρίψη. Ευτυχώς ο Μηλιόνης είχε προβλέψει, ως φαίνεται, την ενδεχομένην ταύτην περίπτωσιν και ίσως διά τούτο διόρισε τον Όρνιον μέλος της αποστολής εκείνης. Ο Όρνιος είχε τας καλυτέρας κνήμας, ως είναι γνωστόν, και το έβαλεν ευθύς εις τα πόδια. «Άπλωνα τη χέρα μου, κι εχανόταν από μπροστά μου. Ο Σαΐτας είχε μείνει παραπίσω, εντρέπομουν να τον φωνάξω, για να μη χάσω το νάμι μου. Έφευγε σαν ήσκιος, ακόμα άλλος δεν μου παραβγήκε. Να μην ήμουν Όρνιος, αν δεν τον έφτανα. Δυο, τρεις ποδαριές και τον αδράχνω. Σ’ ετσάκωσα, σ’ έχω, σ’ έφαγα. Τον απιθώνω απάνω σ’ έναν όχτο, τον αρχινώ στες διπλαργιές. Τον τραβάω πίσω, τον παγλαρώνω στον έλατο, τον σφίγγω, τον ζαμακώνω, τον διπλοσταυρώνω∙ όμορφος είσαι, κάτσε δω να σε καμαρώσω». Ενταύθα έληξε το έργον του Όρνιου, ο Σαΐτας όφειλε να κάμη και αυτός το χρέος του. Ο Σαΐτας όπλισε με υπερμεγέθη λίθον την σφενδόνην του, έστη εις απόστασιν διακοσίων βημάτων από του δεσμώτου και ήρχισε να κάμνει γυμνάσια. Την πρώτην φοράν περιέστρεψε δωδεκάκις την σφενδόνην περί την κόμην του με απίστευτον ταχύτητα. Αντήχησεν η δόνησις της σφενδόνης, ο δε ατυχής κατάδικος έκλεισεν αυτομάτως τους οφθαλμούς.
    Αλλ’ είχεν άδικον να βιάζεται. Ο Σαΐτας δεν τον εσκόπευσεν, αλλά προσεποιήθη ότι του έφυγεν ο λίθος και τον έρριψε μακράν, οπίσω της κεφαλής του. Ο Καμπόσος ανέπνευσεν. Ο Όρνιος έβλεπεν ατενώς. Ο Σαΐτας ενέβαλε δεύτερον λίθον εις την σφενδόνην και ήρχισε την αυτήν άσκησιν. Η περιστροφή υπήρξε την φοράν ταύτην ανετωτέρα και βραδυτέρα. Τέλος ο λίθος εξετοξεύθη και πεσών εις το δένδρον, εφ’ ου ήτο δέσμιος ο Καμπόσος, εκτύπησεν άνωθεν της κεφαλής του καταδίκου, δύο ή τρεις παλάμας υπεράνω αυτής. Ο λίθος κρούσας εκ πλαγίου τον φλοιόν του δένδρου ανεκόπη και κατέπεσεν εγκαρσίως, έψαυσε τον ώμον και τον βραχίονα του καταδίκου και κατεκυλίσθη εις τους πόδας του.
    Ο Καμπόσος δεν είχε προφέρει ουδέ λέξιν αλλά την φοράν ταύτην αγανακτήσας, ανέκραξε·
    -Μη με βασανίζετε, βρε παιδιά∙ θα με σκοτώστε, σκοτώστε με.
    -Τώρα σου δείχνω, απήντησεν ο Σαΐτας χωρίς να συγκινηθή.
    Όσον διά τον Όρνιον, ούτος ήτο, φαίνεται, ευαίσθητος και ήρχισε να τον οικτείρη. Αλλ’ η περιέργειά του, όπως ίδη το τέλος του αλλοκότου τούτου πειράματος, καθ’ ό ο Σαΐτας επεθύμει, ως φαίνεται, ν’ αναπτύξη όλην την περί τον χειρισμόν της σφενδόνης επιτηδειότητά του, ήτο μεγαλυτέρα του οίκτου ον ησθάνθη, και δεν ικέτευσεν υπέρ του καταδίκου. Ο Σαΐτας έσπευσε να βάλη εις πράξιν την απειλήν του. Την φοράν ταύτην ο δύστηνος κατάδικος έβλεπε τον θάνατον με τους ιδίους του οφθαλμούς. Είδε τον Σαΐταν κύπτοντα προς την γην, τον είδεν αναζητούντα και εκλέγοντα τον λίθον, τον είδε θέτοντα τον λίθον εις την σφενδόνην. Είτα ήρχισεν ούτος να περιστρέφει αυτήν κατά το σύνηθες. Ο Καμπόσος έκλεισε τους οφθαλμούς. Μετά μίαν στιγμήν ο λίθος εκείνος θα συνέτριβε το κρανίον του. Τετέλεσται, δεν υπήρχε πλέον έλεος δι’ αυτόν επί της γης ταύτης. Τότε ήρχισε να ψιθυρίζη το «Μνήσθητί μου Κύριε», και μόλις θα είχε καιρόν άπαξ να το απαγγείλη, το βλήμα εξεσφενδονίσθη γοργόν και ελθόν έπληξε το πρόσωπον του καταδίκου. Αλλ’ ω θαύμα! Ο φαινόμενος λίθος ήτο βώλος γης και διερράγη εις μικρά τεμάχια. Ο κατάδικος ησθάνθη τρομερόν πόνον εις τας γνάθους, ετυφλώθη σχεδόν τους οφθαλμούς εκ της κόνεως, αλλ’ έμεινε σώος και υγιής. Τότε ο Σαΐτας διέταξε τον Όρνιον να υπάγη να τον λύση.
    Ο κλέφτης έμεινεν απορών και εκοίταζεν άφωνος τον σύντροφόν του. Ούτος δ’ επανέλαβε την διαταγήν.
    -Αμ’ τότε; Γιατί κάμαμε τόσον κόπο; είπεν ο Όρνιος.
    -Κάμε ’κείνο που σου λένε, τω απήντησεν ο Σαΐτας αυστηρώς.
    Ο ατυχής Όρνιος έσπευσε να υπακούση, αν και δεν ενόει πλέον τίποτε. Έλυσε τον Καμπόσον και προσήγαγεν αυτόν προς τον Σαΐταν, όστις εκάθητο αντικρύ πλήρης σοβαρότητος.
    -Να φχαριστάς τον καπετάνο, μωρέ, τω είπεν ούτος∙ το κέφι το δικό μου ήταν να σε χαλάσωμε, μα ο καπετάνος είπε να σε φοβερίξωμε μονάχα. Άμε καλιά σου και ξέρε το, μωρέ, πως να σ’ ευρώ στην πλώρη μου δεν σου το χαρίζω. Τώρα το έκαμα για χατίρι του καπετάνου μου.
    Ο Καμπόσος το έβαλεν εις τα πόδια και ουδ’ εστράφη οπίσω να ίδει τι έμελλε να συμβή. Λέγεται ότι τω έμεινεν έκτοτε πάθησίς τις διά βίου, συνεχής βόμβος εις τα ώτα του. Ήτο η ιαχή της περιφήμου σφενδόνης.