Χρήστος Μηλιόνης

Κεφάλαιο ΙΗ’

     Ο Πευκόρραχος, όστις μεθ’ όλον το δυσκίνητον αυτού είχε κατέλθει από του βράχου, έσπευσε να συλλάβη τον Καμπόσον και δεν είχε σκοπόν να τον αφήση. Τον περιέσφιγξε δε τόσον πολύ με τας οζώδεις χείρας του, ώστε ο ατυχής εκείνος ουδ΄ απεπειράθη να του δαγκάση τους δακτύλους, ως θα έπραττεν εις πάσαν άλλην περίστασιν, αν τον περιέσφιγγον απαλότεραι χείρες. Ο Πευκόρραχος και ο Γκαβόχηνας, ο πιστός φίλος αυτού, ον δεν επαρουσιάσαμεν ακόμη εις τους αναγνώστας, δεν διέπρεπον επί ευκινησία μεταξύ των συντρόφων των, αλλ’ όσον διά το ταμπούρι ήσαν βράχοι ακλόνητοι και ουδέ μοχλός δεν ηδύνατο να τους εκριζώσει. Μετά της αυτής καρτερίας, μεθ’ ης ο Πευκόρραχος ηδύνατο να φυτευθή επί κρημνώδους σκοπιάς και να φυλάξη εκεί ταμπούρι ώραν την ώραν, υποφέρων τον καύσωνα της ημέρας και τον παγετόν της νυκτός, μετά της αυτής ακάμπτου ισχυρογνωμοσύνης, αν εκράτει άπαξ εις την χείρα του λείαν τινά, άγραν, λάφυρον, πλιάτσικο, ας ήτο τούτο άνθρωπος ή πράγμα, θηρίον ή βουνόν, δεν θα επείθετο ποτέ να το αφήση, αλλ’ αν του έκοπτες την μίαν χείρα, με την άλλην θα το εβάσταζεν, αν και τας δύο, θα το συνελάμβανε με τους οδόντας. Τοιαύτην σπανίαν αρετήν όλοι οι κλέφται δεν ηδύναντο να έχωσιν, αλλ’ είχον άλλος άλλην. Ο Πετρίτης, φερ’ ειπείν, είχε μάτι· ηδύνατο να διακρίνει από τεσσάρων μιλίων αποστάσεως, όχι μόνον αν ήτο Τούρκος ή Χριστιανός, αλλά την τρίχωσιν της φλοκάτας, το χρώμα του σελαχίου και την στιλπνότητα του οπλισμού. Ο Όρνιος είχε πόδι· ηδύνατο να τρέξει απνευστί πεντήκοντα μίλια εις επτά ώρας και τούτο χωρίς ν’ αναπαυθεί, χωρίς να σταματήσει, χωρίς να διψήσει. Ο Ξυπνητήρας είχεν αυτί· ηδύνατο ν’ ακούσει από οκτακοσίων  βημάτων θρουν, πνοήν, ψίθυρον, μορμυρισμόν, αναστεναγμόν. Ο Σαΐτας είχε χέρι· ηδύνατο να εκσφενδονήσει εις απόστασιν βολής καριοφιλίου βαρύν λίθον και την χείρα δεν την έβλεπες, εστροφοδινείτο ως φτερωτή, ως τροχός νερομύλου, ουδέ τον λίθον έβλεπες, τον δούπον της πτώσεως ήκουες μόνον. Τέλος ο Τσιντζούρας, ελλείψει άλλου ωφελιμοτέρου προτερήματος, είχε τραγούδι, έκρουε την λύραν μετά δεξιότητος και εν απουσία συγχορευτού, επιάνετο από ένα σχοίνον κι εχόρευεν.
    Αφού ο Πευκόρραχος συνέλαβε καλώς τον άνθρωπόν του, έβαλε μίαν κραυγήν.
    -Καραούλι!
    Η λέξις αύτη, ήτις εσήμαινεν ό,τι επί των εμπορικών πλοίων μας η κραυγή 
σ κ ά ν τα ζ α  β ά ρ δ ι α! και εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν το επιφώνημα 
α λ λ α γ ή! έμελλε ν’ αφυπνίση τους κοιμωμένους κλέφτας, αν δεν είχον εξεγερθή ούτοι ήδη εκ της προλαβούσης εκπυρσοκροτήσεως. Έξ ή οκτώ εκ τούτων, καταλιπόντες θερμάς τας φλοκάτας των, είχον συρρεύσει ήδη εις την σκηνήν, καθ’ ην στιγμήν ο Πευκόρραχος εξέπεμπε την κραυγήν ταύτην·
    -Τι είναι; Τι τρέχει;
    Ουδείς απήντα εις τας ερωτήσεις ταύτας. Ο μεν αγαθός Πευκόρραχος ουδέ γρυ ενόει εκ των συμβαινόντων, ο δε Νίκος χωρίς να χάση καιρόν είχε σχίσει την λευκήν ακόμη φουστανέλλαν του και προσεπάθει να περιδέσει το τραύμα της Βάσως.
    -Φέρετε φως! έλεγε, ανάψετε δαδί, παιδιά!
    Οι κλέφται δεν ήσαν αδιάκριτοι και δεν επέμενον να μάθωσι τα αγνοούμενα. Είς αυτών εξετέλεσε την επιθυμίαν του Νίκου και ήναψε διά πυρολίθου θρυαλλίδα. Εφωτίσθη τότε το ωχρόν και ξανθόν πρόσωπον της νεάνιδος, ήτις την στιγμήν εκείνην είχεν απορρίψει από της κεφαλής την κίδαρινκαι εφάνησαν οι βόστρυχοι της κόμης της περί τον λαιμόν. Αλλ’ ο Νίκος δεν έβλεπε το πρόσωπον, προσείχεν εις την πληγήν του βραχίονος. Ευτυχώς δεν ήτο βαθεία αύτη.
    Το πρόσωπον το έβλεπον οι κλέφται. Τους εφάνη δε ως ακτίς σελήνης κατά την ασέληνον εκείνην νύκτα, ως σταγών δρόσου εις την τραχείαν εκείνην ερημίαν.
    Από του νεαρού τούτου προσώπου, του πλασθέντος διά να είναι φαιδρόν και όμως φέροντος ήδη ίχνη δακρύων περί τους οφθαλμούς, η προσοχή των εστράφη προς το άλλο εκείνο σκυθρωπόν και απαίσιον πρόσωπον, το του Καμπόσου. Κατ’ αρχάς είς των κλεφτών εύρε πρόχειρον εξήγησιν της απορίας του, ην και ανεκοίνωσε προς ένα των συντρόφων.
    -Ξέρεις, θα την έκλεψεν αυτός ο Τούρκαλος κι αυτή είναι Ρωμιοπούλα.
    Εις την υπόνοιαν ταύτην, οι κλέφται ήρχισαν να ρίπτωσιν απειλητικά βλέμματα προς τον ατυχή Καμπόσον και ο Όρνιος, είς των συνδραμόντων κλεφτών, ήτο έτοιμος να τον κατασπαράξει. Αλλ’ ο Πευκόρραχος έκραξε·
    -Ξυπνήσετε τον καπετάνιο, μη κάνετε λωλαμάρες. Εκείνος θ’ αποφασίση.
    Και ταύτα ειπών περιέσφιγξε τόσον σφοδρώς τους δύο βραχίονας του Καμπόσου, ώστε ο δυστυχής επόνεσε και αφήκε γογγυσμόν.
    Την γνώμην του Πευκόρραχου παρεδέχθησαν πάντες άνευ αντιρρήσεως.